4 Οκτωβρίου 1669: Ο Κιοπρουλή πατά ως κατακτητής τον έρημο Χάνδακα- Η δραματική επιστολή Μοροζίνι κι ένα δοκίμιο του Βολταίρου

Ο Χάνδακας σε έργο του Visscher
Ο Χάνδακας σε έργο του Visscher

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1669 ο Χάνδακας ήταν μια έρημη πόλη (δείτε εδώ). Την προηγούμενη ημέρα την είχαν εγκαταλείψει οι λιγοστοί κάτοικοι και οι υπερασπιστές της, με επικεφαλής τον αρχιστράτηγο Φραντζέσκο Μοροζίνι, που αργότερα έγινε Δόγης στη Βενετία.

Στις 6 Σεπτεμβρίου (κατά τον αείμνηστο Νίκο Σταυρινίδη, αλλά και τον ιστορικό του 19ου αιώνα Βασίλειο Ψιλάκη) ή στις 16 Σεπτεμβρίου (κατά τον καθηγητή κ. Θεοχάρη Δετοράκη) της ίδιας χρονιάς ο Μοροζίνι αναγκαζόταν να υπογράψει συνθηκολόγηση για την παράδοση της πόλης (Δείτε: Τα 17 άρθρα της συνθήκης παράδοσης του Χάνδακα στους Τούρκους). Πλέον οι υπερασπιστές δεν άντεχαν άλλο, καθώς είχαν μείνει ελάχιστοι κι αποκλεισμένοι από παντού. Λίγες εβδομάδες νωρίτερα σχεδόν όλοι οι Ευρωπαίοι στρατιώτες, και πριν απΆ όλους οι Γάλλοι, εγκατέλειπαν τον Χάνδακα, βάζοντας, στην ουσία, την υπογραφή τους στην παράδοσή του.

Οι Τούρκοι, κυρίαρχοι πλέον στην ιστορική πόλη, πατούσαν τον Χάνδακα στις 27 Σεπτεμβρίου 1669.

Κιοπρουλή

Μερικές μέρες μετά, ο αρχηγός των τουρκικών δυνάμεων μέγας βεζίρης (πρωθυπουργός) του Σουλτάνου Αχμέτ Κιοπρουλής, που είχε το προσωνύμιο Φαζίλ (Δίκαιος), έμπαινε κι ο ίδιος θριαμβευτικά και εν μέσω εκδηλώσεων που οργάνωσαν για εκείνον οι υφιστάμενοί του. Ήταν 4 Οκτωβρίου 1669.

Η επιστολή του Μοροζίνι

Εικόνα του Φραντζέσκο Μοροζίνι ως Δόγη της Βενετίας, δημιουργία του Κορονέλλι (1689)

Εικόνα του Φραντζέσκο Μοροζίνι ως Δόγη της Βενετίας, δημιουργία του Κορονέλλι (1689)

Την παράδοση του Χάνδακα στους Τούρκους περιγράφει σε μια άγνωστη μέχρι πρόσφατα επιστολή του, την οποία έχουμε φέρει στο φως, ο αρχιστράτηγος των Ενετών Φραντζέσκο Μοροζίνι. Την επιστολή είχε συντάξει στις 6 Οκτωβρίου 1669 στην Ντία, όπου στάθμευσε μετά την αναχώρησή του από την κατακτημένη πόλη. Αποδέκτες της ήταν η Γαληνότατη Δημοκρατία αλλά και βασιλικές αυλές της Ευρώπης. Ο ίδιος ο Μοροζίνι ενημέρωνε τους προϊσταμένους του αλλά και τη χριστιανική Ευρώπη για το μοιραίο τέλος του πολύχρονου αγώνα.

Όπως έγραφε ο αρχιστράτηγος, «στις 27 Σεπτεμβρίου οι δυνάμεις μας βγήκαν από τον Χάνδακα και άφησαν την πόλη στους Τούρκους, σύμφωνα με τα άρθρα της συμφωνίας».

Ο Μοροζίνι με αυθεντικό τρόπο, ως αυτόπτης των γεγονότων, μας δίνει έγκυρες πληροφορίες για τι έγινε εκείνη την ημέρα, αλλά και στις 4 Οκτωβρίου που ο Κιοπρουλή μπήκε στον Χάνδακα. «Την ίδια μέρα- έγραφε- τα κλειδιά της πόλης στάλθηκαν στο Βεζίρη, ο οποίος τα παρέλαβε με πολλές εκδηλώσεις ενθουσιασμού και αντάμειψε με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό τον άνθρωπο που του τα έφερε. Εκείνος έστειλε αμέσως στην πόλη μεγάλο αριθμό ανθρώπων του να την απολυμάνουν και να βγάλουν τα νεκρά σώματα έξω από τις τέσσερις κυριότερες εκκλησίες, δηλαδή, του Αγίου Φραγκίσκου, του Αγίου Τίτου, του Αγίου Σαλβαδόρ και του Αγίου Πέτρου, τους οποίους προορίζει να μετατρέψει σε τζαμιά, εργασία στην οποία οι Τούρκοι δαπάνησαν ήδη πολλές ώρες.

Στις 4 Οκτωβρίου ο Μέγας Βεζίρης έκανε την επίσημη είσοδό του από την Πύλη του Αγίου Ανδρέα μαζί με όλο το στρατό του, ο οποίος ανέρχεται περίπου σε 15.000 στρατιώτες, με 10 ή 11.000 επίλεκτους, και άλλους απαραίτητους ακολούθους. Βρήκε την πόλη άδεια, χωρίς εμπορεύματα και προμήθειες. Απέμειναν πίσω μόλις δύο Έλληνες, τρεις Εβραίοι και οκτώ άλλοι φτωχοί ξένοι, τους οποίους ο Βεζίρης θα μπορούσε επίσης να απομακρύνει, αλλά αυτοί θεώρησαν προτιμότερο να αλλάξουν την πίστη τους παρά την πόλη τους, και έγιναν Τούρκοι».

Ένα δοκίμιο του Βολταίρου για την πολιορκία του Χάνδακα

ΒΟΛΤΑΙΡΟΣΤα ελληνικά σχολικά εγχειρίδια μπορεί να αγνοούν προκλητικά τη σχεδόν 22χρονη πολιορκία του Χάνδακα (Μάιος 1647- Σεπτέμβριος 1669) από τις δυνάμεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά με την πλέον μακροχρόνια πολιορκία πόλης στην ιστορία έχουν ασχοληθεί κορυφαίες ιστορικές μορφές του πνεύματος, όπως ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ (François-Marie Arouet). Ο Αρουέ δεν ήταν άλλος από τον κορυφαίο Γάλλο φιλόσοφο, συγγραφέα, αλλά και ιστορικό Βολταίρο (21 Νοεμβρίου 1694 – 30 Μαΐου 1778), τον πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπο του διαφωτισμού κατά τον 18ο αιώνα.

Ο Βολταίρος στην Παγκόσμια Ιστορία των κρατών, μέχρι τα χρόνια του Λουδοβίκου ΙΔ΄, μέχρι δηλαδή και το τέλος του 17ου αιώνα, συμπεριέλαβε κεφάλαιο με την ιστορία της κατάκτησης της Κρήτης (Κάνδιας) και του Ηρακλείου (Χάνδακα) από τους Τούρκους, περιγράφοντας τα γεγονότα που προηγήθηκαν της επίθεσης των Τούρκων στα Χανιά, το 1645, μέχρι και αυτά της κατάκτησης της πρωτεύουσας του νησιού, το 1669.
Το έργο του κυκλοφόρησε στα Γαλλικά το 1751, αλλά εντοπίσαμε μια μετάφραση του 1759 στα Αγγλικά, απ’ όπου μεταφράσαμε και αποδίδουμε στα Ελληνικά το κεφάλαιο που επιγράφεται «Πολιορκία του Χάνδακα» (Siege of Candia). Στη συγκεκριμένη αγγλική έκδοση, που κυκλοφόρησε το 1759, το κεφάλαιο για τον Χάνδακα περιλαμβάνεται στον τέταρτο τόμο. Ο μεταφραστής του έργου, Nugent, έχει προσθέσει χρονολογίες στα γεγονότα, στο πλάι του κειμένου, όπως συνηθιζόταν στα ιστορικά έργα της εποχής.

map-poliorkias-1667

Το δοκίμιο

Ο Βολταίρος παρομοιάζει την πολιορκία του Χάνδακα με αυτήν της Τροίας. Στα γεγονότα της τελικής φάσης, όταν η πίεση των Τούρκων ήταν εξαιρετικά μεγάλη, εντοπίζει τρία πρόσωπα ως κεντρικά: τον αρχιστράτηγο των υπερασπιστών της πολιτείας, Φραντζέσκο Μοροζίνι, τον αρχιστράτηγο των Τούρκων, τον μεγάλο, δηλαδή, βεζίρη, Αχμέτ Κιοπρουλή ή Κιουπρολί, όπως τον γράφει, τον οποίο αναφέρει ως μεγάλο στρατηγό, άνθρωπο δίκαιο και ανθρωπιστή, καθώς και τον Έλληνα, Παναγιώτη Νικούσιο, τον μεγάλο δραγουμάνο της Υψηλής Πύλης και του Κιοπρουλή, τον οποίο μάλιστα ο Βολταίρος καταγράφει με παραφρασμένο όνομα («Παγανώτος»).

Το δοκίμιο αρχίζει με την περιγραφή της αφορμής του Κρητικού Πολέμου, δηλαδή την επίθεση των ιπποτών της Μάλτας στον τουρκικό στολίσκο που μετέφερε προσκυνητές στη Μέκκα, ανάμεσα στους οποίους υπήρχε η φήμη ότι ήταν κι ένας γιος του σουλτάνου Ιμπραήμ, αλλά και η μητέρα του παιδιού. Τα πλοία που πιάστηκαν μεταφέρθηκαν στους Καλούς Λιμένες, γεγονός που έδωσε την αφορμή στους Τούρκους να αρχίσουν την επίθεση εναντίον της Κρήτης, αφορμή που τόσο αναζητούσαν, καθώς επεδίωκαν την κατάκτηση του νησιού, λόγω της στρατηγικής του θέσης.
Σημειώνεται ότι ο Βολταίρος στην περιγραφή των γεγονότων της τελικής φάσης της πολιορκίας του Χάνδακα δεν κάνει αναφορά στην προδοσία του Ανδρέα Μπαρότσι, που θεωρείται καθοριστική στην πτώση της πόλης και στην τελική συνθηκολόγηση στην οποία οδηγήθηκε, τον Σεπτέμβριο του 1669, ο αρχιστράτηγος των Βενετσιάνων Μοροζίνι. Εντοπίζει όμως, και σωστά, τη συμβολή του Γάλλου στρατηγού, Σαιντ Αντρέ Μοντμπρούν, που ήταν στην υπηρεσία των Βενετών, στην άμυνα.
Το κείμενο ξεκινά με αναφορές στο σουλτάνο Ιμπραήμ, γιο του Μουράτ, στην εποχή του οποίου ξεκίνησε η εκστρατεία στην Κρήτη, σημειώνοντας ότι στην ουσία αυτός δεν είχε καμιά συμμετοχή στο σχεδιασμό και τις αποφάσεις, αφού ήταν αδύναμος και το κουμάντο είχαν οι γενίτσαροι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η ιστορία του 25χρονου Κρητικού Πολέμου
Στην τουρκοκρατούμενη Ανατολή η Κρήτη ήταν η μοναδική χριστιανική περιοχή το πρώτο μισό του 17ου αιώνα που δεν ήταν στην κατοχή των Τούρκων. Η Κύπρος είχε κατακτηθεί το 1570 ενώ οι άλλες ελληνικές περιοχές ήταν ήδη υπό την κυριαρχία του σουλτάνου. Η αφορμή για να εισβάλει η Τουρκία στην Κρήτη ήταν ένα περιστατικό που θεωρήθηκε ως πρόφαση για την τουρκική πλευρά, που αναζητούσε κάποιο τρόπο να πατήσει το πόδι της στο Βασίλειο της Κάνδιας, όπως ονομαζόταν από τους Ενετούς η Κρήτη. Το 1644 οι Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας συνάντησαν και κατέλαβαν κοντά στην Κρήτη ένα τουρκικό πλοίο το οποίο μετέφερε προσκυνητές στη Μέκκα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Τούρκων, το πλοίο και οι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στα Χανιά. Η οργή της Υψηλής Πύλης βασίστηκε στη φήμη ότι σ’ αυτό επέβαινε η βασιλομήτωρ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η βαλιδέ σουλτάνα, όπως ονομαζόταν. Όμως αυτό ακριβώς ήταν το εφεύρημα των Τούρκων, καθώς το σκάφος για τη Μέκκα είχε το όνομα «Σουλτάνα» και δεν επέβαινε η βαλιδέ σουλτάνα. Στην υπόθεση αυτής της πειρατείας ενέπλεξαν άμεσα την Κρήτη, βρίσκοντας τον τρόπο να επιτεθούν.
Το καλοκαίρι του 1645 μια μεγάλη δύναμη 50.000 ανδρών, με εκατοντάδες πλοία έφυγε για την Κρήτη, την οποία οι Ενετοί είχαν αφήσει ουσιαστικά χωρίς άμυνα, καθώς, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη Δημοκρατία, στο νησί είχε παραμείνει ελάχιστος μισθοφορικός στρατός. Η απόβαση των Τούρκων έγινε στις 23 Ιουνίου στην ακτή κοντά στη μονή Κυράς Γωνιάς. Τα Χανιά, με ελάχιστους αλλά ηρωικούς υπερασπιστές, αγωνίστηκαν ηρωικά, αλλά παραδόθηκαν στις 22 Αυγούστου 1645. Ακολούθησε το Ρέθυμνο στο οποίο οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στις 2 Ιουλίου 1646, καταλαμβάνοντας περιοχές της υπαίθρου. Στην πόλη του Ρεθύμνου επιτέθηκαν στα τέλη Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου και η παράδοσή της έγινε στις 13 Νοεμβρίου.
Αμέσως μετά οι δυνάμεις κινήθηκαν προς τον Χάνδακα, και έφτασαν κοντά στην πόλη την άνοιξη του 1647, στοχεύοντας όμως πρώτα στην κατάληψη των γύρω περιοχών. Μετά από ένα χρόνο ολόκληρη η ύπαιθρος είχε καταληφθεί. Οι επιθέσεις στον Χάνδακα ξεκίνησαν τον Μάιο του 1648. οι Τούρκοι διαμόρφωσαν το στρατόπεδό τους στην περιοχή του Γιόφυρου και λίγο μετά ένα μεγαλύτερο και ισχυρότερο κοντά στη σημερινή περιοχή του Μαραθίτη και της Φορτέτσας, το οποίο ονόμασαν Νέο Χάνδακα (Nova Candia). Απέκλεισαν από όλα τα σημεία της ξηράς την πόλη, η οποία είχε πλέον επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο μόνο από τη θάλασσα. Μέσω του λιμανιού εφοδιαζόταν με πυρομαχικά και όπλα και μόνο μέσω του ίδιου δρόμου μεταφέρονταν οι δυνάμεις στρατιωτών και τα τρόφιμα.
Μέχρι το 1666 οι Τούρκοι αδυνατούσαν να καταλάβουν τον Χάνδακα, παρά τις μεγάλες δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν και τα σύγχρονα, για την εποχή, μέσα τους. Τα Τείχη της πόλης άντεχαν και σταδιακά στον πόλεμο έμπαιναν και δυνάμεις από τα άλλα χριστιανικά κράτη της Ευρώπης, στο πλευρό των πολιορκούμενων.
Χαρακτηριστικό στοιχείο της πολιορκίας ήταν ο «υπόγειος πόλεμος», ο πόλεμος των υπονόμων. Τόσο οι υπερασπιστές του Χάνδακα όσο και οι Τούρκοι έσκαβαν κάτω από το έδαφος λαγούμια, τα οποία έφθαναν μέχρι την πλευρά που βρισκόταν ο αντίπαλος, και τα πυροδοτούσαν, προκαλώντας θύματα και ζημιές. Συχνά οι αντίπαλοι συναντιόντουσαν μέσα στα λαγούμια, καθώς έσκαβαν, και οι μάχες πλέον γίνονταν κάτω από το έδαφος.
Στα τέλη του 1666 στην Κρήτη στάλθηκε ο Μέγας Βεζίρης Αχμέτ Κιοπρουλή, με την εντολή του σουλτάνου να λήξει όσο γίνεται γρηγορότερα η υπόθεση του Χάνδακα. Λίγο καιρό μετά έφτασε ο Φραντζέσκο Μοροζίνι, ως αρχιστράτηγος των Ενετών και των άλλων ευρωπαϊκών στρατευμάτων που υπερασπίζονταν τον Χάνδακα.

Η τελική φάση της πολιορκίας

Οι Τούρκοι από την άνοιξη του 1667 ξεκίνησαν την τελική φάση της πολιορκίας για την πτώση του Χάνδακα. Η κατάληψή του ίσως όμως να μην συνέβαινε ποτέ, αν εξέλιπαν δύο στοιχεία:
-Η προδοσία του Ενετού μηχανικού Ανδρέα Μπαρότσι, ο οποίος στα τέλη του 1667 έφυγε κρυφά από τον Χάνδακα και παρουσιάστηκε στον Κιοπρουλή, παραδίδοντάς του τα σχέδια των Τειχών και του φρουρίου του Χάνδακα και υποδεικνύοντας ως ευάλωτα για τις επιθέσεις σημεία τους προμαχώνες του Αγίου Ανδρέα και της Σαμπιονέρα. Το σχέδιο αυτό ακολουθήθηκε επιτυχημένα από τον αρχιστράτηγο των Τούρκων.
-Η εγκατάλειψη του Χάνδακα από τους Γάλλους, κυρίως, στην κρίσιμη περίοδο του Ιουλίου και του Αυγούστου του 1669. Έχοντας μείνει με ελάχιστους μόνο υπερασπιστές, χωρίς εφόδια σε μια πόλη ερειπίων, ο Μοροζίνι αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Κιοπρουλή τη συνθηκολόγηση, η οποία υπεγράφη στις 16 Σεπτεμβρίου του 1669. Με τη συμφωνία διασφαλιζόταν ότι στην κυριαρχία των Ενετών θα παρέμεναν τα νησιά της Γραμβούσας, της Σούδας και της Σπιναλόγκας, που κατελήφθησαν από τους Τούρκους πολλά χρόνια αργότερα. Η Γραμβούσα το 1692, ενώ η Σούδα και η Σπιναλόγκα το 1715.
Με την υπογραφή της συνθήκης η Κρήτη ήταν πλέον τουρκική κατάκτηση. Και θα παρέμενε μέχρι το 1898. Ο Κρητικός Πόλεμος, που διήρκεσε σχεδόν 25 χρόνια, και η 22χρονη πολιορκία του Χάνδακα είχαν πάρει ένα δραματικό τέλος. Οι Τούρκοι ιστορικοί έχουν αναφέρει ότι κατά την πολιορκία της πόλης σκοτώθηκαν περισσότεροι από 137.000 στρατιώτες και αξιωματούχοι της Υψηλής Πύλης. Ο αριθμός των θυμάτων από την πλευρά των υπερασπιστών είναι μικρότερος. Αλλά το μεγάλο κόστος ήταν η κατάληψη του Χάνδακα.
Ακολουθεί το κείμενο του Βολταίρου.

 

1645

Ο γιος του, Ιμπραήμ, είχε την ίδια ακόλαστη ζωή με τον πατέρα του, με μεγαλύτερες αδυναμίες και καθόλου θάρρος. Βασίλευε ακόμη όταν οι Τούρκοι κατέκτησαν τη νήσο Κάνδια και δεν απέμενε τίποτε περισσότερο να κατακτήσουν παρά μόνο την πρωτεύουσα και μερικά φρούρια, που αμύνονταν επί 24 χρόνια.
Αυτό το νησί, τόσο φημισμένο στην αρχαία ιστορία για τους νόμους, τις τέχνες και ακόμη τους μύθους του, είχε κυριευθεί από τους Μωαμεθανούς Άραβες στις αρχές του 9ου αιώνα. Αυτοί έκτισαν την πόλη του Χάνδακα (Candia) απ’ την οποία πήρε όλο το νησί το όνομά του. Οι Έλληνες αυτοκράτορες τούς εκδίωξαν μετά από 80 χρόνια (σ.σ.: εννοεί τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, όμως χρειάστηκαν πολύ περισσότερα χρόνια για να επανακτήσουν την Κρήτη, καθώς η Αραβοκρατία κράτησε από το 828 μ.Χ. μέχρι την απελευθέρωση από τον Νικηφόρο Φωκά, το 961 μ.Χ.). Όμως στα χρόνια των σταυροφόρων, όταν οι Λατίνοι πρίγκιπες εντάχθηκαν στη συμμαχία για να βοηθήσουν την Κωνσταντινούπολη, και όταν, αντί να την υπερασπιστούν, λεηλάτησαν την Ελληνική αυτοκρατορία, οι Βενετσιάνοι αγόρασαν το νησί της Κάνδιας, και είχαν την τύχη να το διατηρήσουν.
Μια εξαιρετικού χαρακτήρα περιπέτεια, που έχει κάτι από τον αέρα ενός ρομάντζου, οδήγησε στη συγκέντρωση του Οθωμανικού στρατού εναντίον της Κάνδιας. Έξι Μαλτέζικες γαλέρες κατέλαβαν μια Τουρκική βασσέλα και την οδήγησαν, μαζί με τη λεία απ’ αυτήν, σ’ ένα λιμάνι του νησιού, που ονομάζεται Καλοί Λιμένες. Λέγεται ότι αυτός ο Τουρκικός στόλος μετέφερε έναν γιο του σουλτάνου. Οι άνθρωποι λένε ότι ο Κισλάρ αγάς, ο αρχηγός των μαύρων ευνούχων, με αρκετούς αξιωματικούς από το σεράι, βρίσκονταν στην ίδια βασσέλα, και αυτό το παιδί το φρόντισαν με εξαιρετικό σεβασμό. Καθώς ο Κισλάρ αγάς σκοτώθηκε στη μάχη, οι αξιωματικοί δήλωσαν ότι εκείνο το νήπιο ήταν του Ιμπραήμ και ότι η μητέρα του στάλθηκε στην Αίγυπτο. Στη Μάλτα (σ.σ.: όπου οδηγήθηκε τελικά) του συμπεριφέρθηκαν για πολύ ως γιο του σουλτάνου, αναμένοντας τα λύτρα που αναλογούσαν στην υψηλή καταγωγή του. Ο σουλτάνος όμως ουδέποτε θα μπορούσε να καταδεχτεί να προτείνει λύτρα. Είτε επειδή δεν θα επέλεγε, τελικά, να συνθηκολογήσει με τους ιππότες της Μάλτας, είτε επειδή ο φυλακισμένος δεν ήταν πραγματικός γιος του. Τελικά ο υποτιθέμενος πρίγκιπας αφού αφέθηκε από τους Μαλτέζους, έγινε Δομινικανός ιερέας και επί μακρόν ήταν γνωστός με το όνομα πατήρ Οθωμανός (Ottoman father). Οι Δομινικανοί υπερηφανεύονταν από τότε ότι ο γιος του σουλτάνου ήταν μέλος του θρησκευτικού τάγματός τους.
Οι Τούρκοι, ανίκανοι να πάρουν εκδίκηση από τη Μάλτα, της οποίας οι απρόσιτοι βράχοι αποτελούσαν άμυνα απέναντι σ’ όλη την Οθωμανική δύναμη, ξέσπασαν όλη την αγανάκτησή τους στη Βενετία. Κατηγόρησαν αυτή τη δημοκρατία ότι υποδέχτηκε τη λεία των Μαλτέζων στο λιμάνι της, παραβιάζοντας τις συμφωνίες ανάμεσα στις δύο δυνάμεις. Ένας Τουρκικός στόλος εμφανίστηκε τότε έξω από τη νήσο Κάνδια. Οι στρατιές τους αποβιβάστηκαν και έγιναν κύριοι των Χανίων και πολύ σύντομα ολόκληρου του νησιού.

1648

Ο (σουλτάνος) Ιμπραήμ δεν είχε συμμετοχή σ’ αυτό το γεγονός. Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις εκτελέστηκαν μερικές φορές κάτω από την αδυναμία του. Οι γενίτσαροι ασφαλώς ήταν κυρίαρχοι στο βασίλειο του Ιμπραήμ. Αυτοί κατακτούσαν, όχι γι αυτόν, αλλά για τον εαυτό τους και την αυτοκρατορία. Τελικά αυτός ο πρίγκιπας (σ.σ.: εννοεί τον σουλτάνο Ιμπραήμ) εκθρονίστηκε με απόφαση του μουφτή και του διβανίου. Η Τουρκική αυτοκρατορία έγινε μια καθαρή δημοκρατία (sic). Γι αυτό μετά τον εγκλεισμό του σουλτάνου στα διαμερίσματα των γυναικών του, δεν εγκατέστησαν άλλο αυτοκράτορα, αλλά συνέχισαν να κυβερνούν στο όνομα ενός σουλτάνου, απ’ τον οποίο δεν θα έπρεπε να υποφέρει άλλο το βασίλειο.

1649

Η πολιορκία του Χάνδακα έμοιαζε με αυτή της Τροίας. Οι Τούρκοι κάποιες φορές απειλούσαν την πόλη κι άλλοτε βρίσκονταν πολιορκούμενοι στα Χανιά, που είχαν ως βασικό φρούριό τους.
Ουδέποτε οι Βενετσιάνοι έδειξαν περισσότερη αποφασιστικότητα ή κουράγιο. Χτύπησαν τον τουρκικό στόλο πολλές φορές. Οι θησαυροί του Αγίου Μάρκου εξαντλήθηκαν για τη στρατολογία δυνάμεων.
Οι αναταραχές στο Σεράι και οι εισβολές των Τούρκων στην Ουγγαρία επέβαλαν ώστε για πολλά χρόνια η πολιορκία να εξελίσσεται αργά. Όμως ουδέποτε διακόπηκε εντελώς.
Τελικά, το 1667, ο Αχμέτ Κιουπρολί ή Κιουπερλί, μέγας βεζίρης στον Μεχμέτ τον Δ΄ (σ.σ.: γιο του Ιμπραήμ), και γιος ενός άλλου μεγάλου βεζίρη, κορύφωσε την πολιορκία του Χάνδακα, τον οποίο υπερασπιζόταν εκείνη την εποχή ο αρχιστράτηγος Μοροζίνι και ο Σαιντ Αντρέ Μοντμπρούν, ένας Γάλλος αξιωματικός, στον οποίο η σύγκλητος της Βενετίας εμπιστεύτηκε την ηγεσία των χερσαίων δυνάμεών της.
Ο Χάνδακας ουδέποτε θα καταλαμβανόταν αν οι Χριστιανοί πρίγκιπες ακολουθούσαν το παράδειγμα του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ο οποίος το 1669 έστειλε 6 ή 7.000 άνδρες σε βοήθεια της πόλης, υπό τις διαταγές των δουκών του Μπωφόρ και του Νοάιγ. Το λιμάνι ήταν πάντα ανοικτό. Έτσι δεν υπήρχε ανάγκη παρά μόνο για αδιάκοπο ανεφοδιασμό των στρατευμάτων προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι επιθέσεις των γενιτσάρων. Η δημοκρατία (της Βενετίας) δεν μπορούσε να συγκεντρώσει έναν ικανοποιητικό αριθμό ανδρών. Ο δούκας του Μπωφόρ, αφού τοποθετήθηκε ως επικεφαλής των Γάλλων ευγενών, επιτέθηκε εναντίον των Τούρκων στα χαρακώματά τους, και κατέστρεψε τα πολεμικά τους έργα. Όμως, καθώς μια αποθήκη πυρίτιδας και χειροβομβίδων ανατινάχτηκε τυχαία σ’ αυτά τα χαρακώματα, το σύνολο των καρπών αυτής της ένδοξης επιχείρησης χάθηκε. Πιστεύοντας οι Γάλλοι ότι το έδαφος ήταν υπονομευμένο, υποχώρησαν μέσα σε σύγχυση και οι Τούρκοι τούς ακολούθησαν. Ο δούκας του Μπωφόρ και ένας μεγάλος αριθμός Γάλλων αξιωματικών, σκοτώθηκαν σ’ αυτή την επιχείρηση.
Έτσι ο Λουδοβίκος ο ΙΔ’, αν και σύμμαχος με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, βοήθησε ανοικτά τους Βενετσιάνους, και στη συνέχεια τους Γερμανούς εναντίον αυτής της αυτοκρατορίας, χωρίς να εκφραστεί απ’ τους Οθωμανούς έντονη δυσαρέσκεια. Δεν είναι γνωστή η αιτία για την οποία ο ηγεμόνας ανακάλεσε αμέσως μετά τις δυνάμεις του από τον Χάνδακα. Ο δούκας του Νοάιγ, στον οποίο μεταβιβάστηκε η διοίκηση μετά το θάνατο του δούκα του Μπωφόρ, ήταν πεπεισμένος ότι η πόλη δεν θα μπορούσε να αντέξει άλλο την πολιορκία των Τούρκων. Ο αρχιστράτηγος Φραντζέσκο Μοροζίνι, ο οποίος για τόσο χρόνο άντεξε στην περίφημη πολιορκία, μπορούσε να εγκαταλείψει τα ερείπια χωρίς συνθηκολόγηση και να διαφύγει μέσω θαλάσσης, που ήταν πάντα ανοικτός δρόμος. Όμως η συνθηκολόγηση ήταν ο τρόπος προκειμένου να διασώσει για λογαριασμό της δημοκρατίας κάποιες περιοχές στο νησί, και παράλληλα θα θεωρείτο ως μια συμφωνία ειρήνης. Με την κατάληψη του Χάνδακα, ο βεζίρης Αχμέτ Κιουπρολί πήρε όλη τη φήμη και τη δόξα του στρατού των Οθωμανών.
Ως εκ τούτου, ο βεζίρης και ο Μοροζίνι συμφώνησαν για ειρήνη, το βραβείο για την οποία ήταν η πόλη του Χάνδακα, που είχε γίνει στάχτες.
Μόνο περίπου 20 ανάπηροι Χριστιανοί έμειναν πίσω. Ουδέποτε οι Χριστιανοί έκαναν πιο τιμητική συνθηκολόγηση με τους Τούρκους, ούτε αυτό το έθνος προσέφερε ποτέ μια καλύτερη συμφωνία. Ο Μοροζίνι είχε την άδεια να πάρει μαζί του όλα τα κανόνια τα οποία είχε φέρει στον Χάνδακα κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ο βεζίρης τού έστειλε βασσέλες για να μεταφέρουν εκείνους τους κατοίκους που δεν μπόρεσαν να βρουν θέση στα Βενετσιάνικα πλοία. Ακόμη έδωσε 500 τσεκίνια στον πολίτη ο οποίος εμφανίστηκε σ’ αυτόν με τα κλειδιά (της πόλης) και 200 στους υπόλοιπους της συνοδείας. Τούρκοι και Βενετσιάνοι αντάλλαξαν επισκέψεις σαν σύμμαχα κράτη, μέχρι την ημέρα της αναχώρησης.
Ο Κιουπριολί, ο κατακτητής του Χάνδακα, ήταν ένας από τους καλύτερους στρατηγούς στην Ευρώπη κι ένας από τους σημαντικότερους πρεσβευτές, και ταυτόχρονα άνθρωπος δίκαιος και ανθρωπιστής. Κέρδισε την αιώνια δόξα σ’ αυτόν τον μακροχρόνιο πόλεμο, στον οποίο οι ίδιοι οι Τούρκοι αναγνώρισαν ότι έχασαν 200.000 άνδρες.
Οι Μοροζίνι (επειδή υπήρχαν τέσσερις με αυτό το όνομα στην πολιορκούμενη πόλη), οι Κορνάροι, οι Γκιουστινιάνοι, οι Μπενζονίς, ο μαρκήσιος του Σαιντ Αντρέ Μοντμπρούν, ο μαρκήσιος του Φορτενάκ, έκαναν τα ονόματά τους φημισμένα σ’ όλη την Ευρώπη. Αυτή η πολιορκία έχει δικαίως συγκριθεί με αυτή της Τροίας.
Ο μέγας βεζίρης είχε έναν Έλληνα μαζί του που του είχαν δώσει το προσωνύμιο Οδυσσέας. Το όνομά του ήταν Παγανώτος (sic-σ.σ.: φυσικά ήταν Παναγιώτης Νικούσιος).
Ο Πρίγκιπας Κανεμίρ υποστήριξε ότι αυτός ο Έλληνας οδήγησε σε απόφαση συνθηκολόγησης το συμβούλιο του Χάνδακα, μέσω ενός τεχνάσματος ανάλογου του Οδυσσέα. Γαλλικός στόλος με προμήθειες κατευθυνόταν στον Χάνδακα. Ο Παναγιώτης οργάνωσε έναν αριθμό Τουρκικών πλοίων που ύψωσαν τη Γαλλική σημαία και βγήκαν στη θάλασσα τη νύχτα. Την επόμενη ημέρα αυτά έφτασαν εκεί όπου ήταν αγκυροβολημένος ο Οθωμανικός στόλος, ο οποίος τα υποδέχτηκε με κανονιοβολισμούς ικανοποίησης. Ο Παναγιώτης, ο οποίος διαπραγματευόταν με το πολεμικό συμβούλιο του Χάνδακα, τους έκανε να πιστέψουν ότι ο βασιλιάς της Γαλλίας είχε εγκαταλείψει τη δημοκρατία (της Βενετίας) προκειμένου να εξυπηρετήσει τους συμμάχους του Τούρκους. Αυτό το τέχνασμα επιτάχυνε τη συνθηκολόγηση.
Ο αρχιστράτηγος Μοροζίνι κατηγορήθηκε ενώπιον της συγκλήτου για προδοσία της πατρίδας του. Η υπεράσπισή του ήταν σκληρή όσο και οι κατηγορίες που του απευθύνθηκαν. Κι αυτό αποτελεί μια απομίμηση των αρχαίων δημοκρατιών της Ελλάδας και κυρίως της Ρώμης (σ.σ.: αναφέρεται προφανώς στις περίφημες δίκες της αρχαιότητας, όπως του Σωκράτη).
Ο Μοροζίνι αποκαταστάθηκε ακόμη περισσότερο με την κατάληψη της Πελοπονννήσου, που τώρα ονομάζεται Μοριάς, μια κτήση την οποία οι Βενετσιάνοι δεν χάρηκαν για πολύ. Αυτός ο μεγάλος άνδρας πέθανε ως δόγης και άφησε πίσω του φήμη που πιθανώς θα διαρκέσει όσο θα υπάρχει η Βενετία.