Η επόμενη μέρα μετά την 15η Ιουνίου 2017

τσιπρας τσακαλωτος

Βαθιανάκης Γιώργος

Του Γιώργου Μ. Βαθιανάκη 

Για να μιλήσει κάποιος για την επόμενη ημέρα μετά τη συμφωνία της 15ης.06.2017 μεταξύ των δανειστών και της Ελλάδας, θα πρέπει να αναζητήσει τα κύρια σημεία αυτής της συμφωνίας και να προσπαθήσει σε αδρές γραμμές να τα παρουσιάσει κριτικά, έστω και σ’ ένα μικρό σημείωμα, όπως αυτό.

·        Πλεονάσματα. Τα πλεονάσματα που ζητήθηκαν από την Ευρωομάδα και αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά, για τα χρονικά διαστήματα που τα ζητούν, δεν επιτρέπουν ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι, αν το μακροοικονομικό περιβάλλον δημιουργεί προϋποθέσεις κερδοφορίας. Αυτό σκέφτονται όλοι οι ιδιώτες επενδυτές, αλλά και οι δανειστές. Για να επιτύχουν αυτά τα πλεονάσματα είτε θα πρέπει να αυξηθούν οι φόροι είτε να ληφθούν κι άλλα υφεσιακά μέτρα. Μια τέτοια προοπτική επιτείνει την αβεβαιότητα της ελληνικής οικονομίας.

·        Πλεόνασμα 3,5%. Με πλεόνασμα 3,5% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (Α.Ε.Π.) η οικονομία θα καθήσει κι άλλο, ακόμη περισσότερο. Θα αναγκαστεί η κυβέρνηση να πάρει κι άλλα υφεσιακά μέτρα. Ποια θα είναι αυτά, δεν γνωρίζομε. Οι διαφημιζόμενες μεταρρυθμίσεις δεν λύνουν από μόνες τους το πρόβλημα. Δεν αρκούν από μόνες τους για την  επανεκκίνηση της οικονομίας, χωρίς την επίλυση του μακροοικονομικού ζητήματος.

·        Πλεονάσματα 2% μέχρι το 2060. Είναι μια παράλογη απαίτηση. Δεν έχει λογική. Όπως και η απαίτηση πλεονασμάτων 2,6% του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, είναι έξω από τα οικονομικά δεδομένα. Ποια χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο έχει να επιδείξει αυτό το πλεόνασμα για τόση μακρά χρονική περίοδο; Καμιά. Για να επιτύχει μία χώρα αυτό το πλεόνασμα του 2% για 38 συνεχή χρόνια θα πρέπει να έχει ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,3%! Και αυτό είναι το καλό σενάριο των δανειστών μας. Αυτό αποδέχθηκε η ελληνική πλευρά. Μια ρημαγμένη, μια κατεστραμμένη οικονομία, όπως η ελληνική, που έχει χάσει το 25% του Α.Ε.Π. της στα χρόνια της κρίσης, είναι δυνατόν να επιτύχει για τα επόμενα 43 χρόνια (2017-2060) πλεονάσματα της τάξης του 3,5%, του 3,3% και του 2%; Δεν είμαι οικονομολόγος, αλλά μου φαίνεται αδύνατον από ό,τι διαβάζω. Το οικονομικό ινστιτούτο Peterson, που έχει στα χέρια του το κακό σενάριο των λεγόμενων θεσμών, προβλέπει, ότι το χρέος της Ελλάδας θα αναρριχηθεί στο 241,4% του Α.Ε.Π. το 2060, οι χρηματοδοτικές της ανάγκες θα φθάσουν στο 56,6%, το ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα ολόκληρης της περιόδου 2023- 2060 δεν θα υπερβεί το 1,5%, αλλά ο ρυθμός ανάπτυξης όλης αυτής της περιόδου θα είναι σταθερός στο 2,7%!

·        Ρήτρα ανάπτυξης. Είναι μια υπόσχεση. Η ρήτρα αυτή εμφανίζεται μεταπολεμικά στην αγγλοαμερικανική δανειακή σύμβαση-συμφωνία, ενώ αυτή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της  «Λέσχης των Παρισίων», που διευθετεί το χρέος των «υπό ανάπτυξη» κρατών. Οι γάλλοι οικονομολόγοι και πολιτικοί την έχουν ως δεύτερη φύση τους. Οι δανειστές στο σύνολό τους ή στην πλειονότητά τους δεν ενδιαφέρονται επί της ουσίας για την επανεκκίνηση ή την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Αν, πράγματι, ενδιαφέρονταν, θα έλυναν πρώτα και κύρια το ζήτημα του χρέους. Κι αν, πράγματι, οι ευρωπαίοι δανειστές μας, με προεξάρχουσα χώρα την Γερμανία, ενδιαφέρονταν για την επίλυση του χρέους των ευρωπαϊκών χωρών, εκτός της Ελλάδας, θα το έλυναν με θετικό τρόπο. Αυτό που πρέπει να αντιληφθούμε είναι, ότι οι δανειστές θέλουν να μας κερδίσουν και πολιτικά και ιδεολογικά.

·        Διαφωνία των δανειστών. Αν οι δανειστές πίστευαν στη συμφωνία, δηλαδή στον νέο εξαναγκασμό της Ελλάδας, δεν θα την υπομόνευαν στις αμέσως επόμενες ημέρες με τις θέσεις τους. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.) δηλώνει, ότι δεν πείθεται για την βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (Ε.Κ.Τ.) δεν προχωρεί στην ποσοτική χαλάρωση, παρά τις επίσημα εκφρασμένες απόψεις του Διοικητή της Μάριο Ντράγκι. Η Κομισιόν λέει, ότι πρέπει να γίνουν βήματα για την ελάφρυνση του χρέους. Μ’ αυτές τις θέσεις, όμως, αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, η αβεβαιότητα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παραμένει. Είναι ακόμη ένα μέσο πίεσης προς την ελληνική πλευρά, πριν από την τρίτη φάση της αξιολόγησης. Θέτουν υπό αμφισβήτηση, ότι οι υποσχέσεις που ανέλαβε η Ελλάδα δεν είναι υλοποιήσιμες. Ζητούν, μάλιστα, να αναλάβει την ιδιοκτησία του προγράμματος προσαρμογής. Αν το πράξει αυτό η συμμαχική κυβέρνηση ΣυΡιζΑ-ΑνΕλλ-Οικολόγων, θα είναι έγκλημα για τον κύριο κορμό της, δηλ. για τον ΣυΡιζΑ, για την αριστερά.

·        Η επόμενη ημέρα. Απαιτείται λεπτομερής σχεδιασμός που σήμερα δεν υπάρχει. Το κάθε κυβερνητικό στέλεχος πρέπει να ξέρει μέχρι πού φτάνει το χέρι του για να κρεμάσει το καλάθι του ή με άλλα λόγια το «γνώθι σαυτόν». Τέρμα οι προσωπικές πολιτικές. Π.χ. ο κ. Καμμένος, μετά το πρώτο τηλεφώνημα, για την υπόθεση Noor1, έπρεπε να ενημερώσει και τον κ. πρωθυπουργό και τον αρμόδιο υπουργό. Για τη θέση του επικεφαλής του νομικού γραφείου του κ. πρωθυπουργού υπάρχουν τόσοι επιφανείς νομικοί, ακαδημαϊκοί ή μη, που κινούνται στο χώρο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Δεν είχε θέση η κ. Θάνου. Όχι για την αξία της, αλλά για την θέση που κατείχε. Ο χρόνος που κέρδισε η ελληνική κυβέρνηση είναι σημαντικός και χρήσιμος, αλλά είναι λίγος και πιεστικός, γιατί ο πολιτικός χρόνος είναι πυκνός. Οι πολιτικές που θα χαραχθούν πρέπει να αφορούν τους πολλούς και όχι τους λίγους. Πρέπει να αφορούν τις πληττόμενες τάξεις από τις μνημονιακές πολιτικές. Οι «επενδύσεις» των οικονομικά ισχυρών δεν αφορούν την κοινωνία. Αφορούν τα κέρδη τους. Δεν θα βγάλουν τη χώρα από την κρίση. Τα παραδείγματα της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, με ανάπτυξη 4% και 5%, με τους πολίτες να υποφέρουν για ένα κομμάτι ψωμί είναι δίπλα μας. Με τον δείκτη της φτώχειας στο 48% και στο 49%, αντίστοιχα, στις χώρες αυτές, να είναι ο πραγματικός δείκτης της οικονομίας. Ο δείκτης της φτώχειας στην Ελλάδα είναι 47%. Αν, λοιπόν, θέλομε να οικοδομήσομε θετικό αντιπαράδειγμα, οι οικονομικές πολιτικές που θα πρέπει να ακολουθηθούν στη χώρα μας, ακόμη και μ’ αυτήν την βλαπτική συμφωνία και με τις ελάχιστες χαραμάδες που αφήνει για μιαν άλλη πολιτική, αυτές πρέπει να αφορούν την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, δηλ. τις δυνάμεις της εργασίας και του πολιτισμού, που θέλει να εκπροσωπεί η ριζοσπαστική αριστερά. Η ελληνική κυβέρνηση, αλλά κυρίως οι δυνάμεις του ΣυΡιζΑ, πρέπει να λέγουν την αλήθεια για τη συμφωνία αυτή, όχι μόνο για λόγους πολιτικής, αλλά κυρίως για λόγους ηθικής. Το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς πρέπει να αναδεικνύεται και να επιδεικνύεται την κάθε στιγμή. Και αυτό να γίνεται από τώρα, όχι την παραμονή των εκλογών, όποτε κι αν γίνουν αυτές.

Γιατί, όπως έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης, που φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατό του: «Η στιγμή που περνούμε είναι τόσο κρίσιμη, που κάθε ψευτιά ή αποσιώπηση της αλήθειας θα είναι πράξη ατιμωτική.»