Η πρώτη παρουσίαση των ανασκαφών στην Κνωσό από τον ιδρυτή του αρχαιολογικού μουσείου, Ιωσήφ Χατζιδάκι

Ο Άρθουρ Έβανς, αριστερά, με τους αρχαιολόγους Theodore Fyfe, και Duncan Mackenzie στην Κνωσό
Ο Άρθουρ Έβανς, αριστερά, με τους αρχαιολόγους Theodore Fyfe, και Duncan Mackenzie στην Κνωσό

Ένα σπάνιας αξίας κείμενο για τις αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κρήτη και κυρίως στην περιοχή της Κνωσού, παρουσιάζουμε σήμερα, με την αφορμή της συμπλήρωσης των 116 χρόνων από την έναρξη των ανασκαφών, που κράτησαν μέχρι το 1931.

16 Μαρτίου 1900: Ο Έβανς ξεκινά την ανασκαφή στην Κνωσό- Σπάνιες φωτογραφίες από τις πρώτες εργασίες

.

Λίγους μήνες μετά την έναρξη των ανασκαφών από τον Άρθουρ Έβανς ο γιατρός και αρχαιολόγος, Ιωσήφ Χατζιδάκις, παρουσίαζε τα πρώτα αποτελέσματα σε ένας μεγάλης ιστορικής σημασίας κείμενο. Πρόκειται, στην ουσία, για το πρώτο κείμενο με το οποίο η ελληνική επιστημονική κοινότητα αλλά και ολόκληρος ο κόσμος μάθαιναν με λεπτομέρειες για τα όσα είχαν βρεθεί κατά στο 1900 στην Κνωσό.

«Η μέχρι τούδε γενομένη ανασκαφή απεκάλυψε μεγαλοπρεπές ανάκτορον Μυκηναϊκής εποχής, συνιστάμενον εκ πολλών συγκοινωνούντων αλλήλοις διαμερισμάτων και καταλαμβάνον έκτασιν πλέον των 3.000 τετραγωνικών μέτρων», έγραφε ο Ι. Χατζιδάκις στα τέλη του 1900 για τις ανασκαφές που είχαν ξεκινήσει τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου και διήρκεσαν μέχρι το 1931. Το κείμενό του, με τον τίτλο «Αρχαιολογικαί έρευναι εν Κρήτη», δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο επιστημονικό περιοδικό σύγγραμμα «Αρμονία» που κυκλοφορούσε στην Αθήνα και τυπωνόταν στο τυπογραφείο της «Εστίας».

Ο Ιωσήφ Χατζιδάκις ήταν από Κρητικούς γονείς, αλλά είχε γεννηθεί στη Μήλο το 1848. στο Ηράκλειο ήλθε το 1881. Ήταν γιατρός, μαιευτήρας-γυναικολόγος και συγγραφέας διαφόρων βιβλίων, με ενδιαφέροντα όμως στον αρχαιολογικό χώρο.

Το 1883 εκλέχθηκε πρόεδρος Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Ηρακλείου και βοήθησε σημαντικά στην αναζήτηση και διάσωση των αρχαιολογικών θησαυρών του νησιού. Ήταν ο ιδρυτής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου, μαζί με τον Στέφανο Ξανθουδίδη. Υπήρξε ακόμη πολιτικός παράγων στην Κρήτη, βουλευτής στην Κρητική βουλή τόσο στα τελευταία χρόνια της τουρκοκρατίας, ενώ είναι γνωστή αντιπαράθεσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη συνέλευση των Αρχανών, τον Αύγουστο του 1897.

Με την εγκαθίδρυση της Κρητικής Πολιτείας συνέταξε μαζί με τον επίσης γιατρό, πρώτο πρωθυπουργό της Κρήτης, Ιωάννη Σφακιανάκη το νόμο περί αρχαιοτήτων. Ήταν φίλος με το λόγιο Δημήτριο Βικέλα και αλληλογραφούσε μαζί του για τη δωρεά των βιβλίων του στο Ηράκλειο.

Ο Ι. Χατζιδάκις πέθανε το 1936 και ετάφη στο νεκροταφείο του Αγίου Κωνσταντίνου.

Ο γιατρός, αρχαιολόγος και πρώτος διευθυντής του αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου, Ιωσήφ Χατζιδάκης

Ο γιατρός, αρχαιολόγος και πρώτος διευθυντής του αρχαιολογικού μουσείου Ηρακλείου, Ιωσήφ Χατζιδάκις

Από το κείμενο παρουσιάζουμε το μεγαλύτερο τμήμα του που αναφέρεται στα πρώτα ευρήματα από την Κνωσό.

"Υπέρ πάν άλλο όμως διήγειραν τον θαυμασμόν και την έκπληξιν των αρχαιολόγων τα ευρήματα του ανακτόρου της Κνωσού.

Εις τριών μιλίων απόστασιν από της πόλεως Ηρακλείου διεκρίνοντο επί της κορυφής χαμηλού λόφου ερείπια οικοδομημάτων, άτινα προ πολλών ετών είλκυον την προσοχήν και των αρχαιολόγων οίτινες επεσκέπτοντο τον τόπον, και των ζητούντων αρχαίους θησαυρούς προς μεταπώλησιν. Τω 1870 ο κ. Μίνως Καλοκαιρινός ανασκάψας εκεί ανεκάλυψεν ικανά Μυκηναϊκής εποχής αγγεία και πίθους μεγάλους της αυτής εποχής, είς τινας των οποίων ανεύρε ολίγον σίτον, φακήν και κυάμους απηνθρακωμένους.

Ο Στήλμαν ζητήσας κατόπιν να ενεργήση εκεί ανασκαφάς δεν κατώρθωσε να υπερπηδήση τας παρουσιασθείσας δυσκολίας, το αυτό έπαθε κατόπιν και ο Σχλήμαν και η Γαλλική σχολή. Κατά τα ισχύοντα εν Τουρκία, ίνα ενεργήση τις ανασκαφήν εν ιδιοκτήτω αγρώ πρέπει να έχη την συγκατάθεσιν του ιδιοκτήτου. Οι κύριοι όμως του μέρους τούτου απήτουν υπέρογκα ποσά. Τέλος ο κ. Εβανς ηγόρασεν όλον τον τόπον εν ώ εφαίνοντο τα ερείπια ταύτα αντί αδράς δαπάνης και προέβη εις την τακτικήν εξερεύνησιν αυτού εξ ονόματος του εν Λονδίνω Συλλόγου προς προαγωγήν των ελληνικών σπουδών, ού τυγχάνει είς των αντιπροέδρων. 

Η μέχρι τούδε γενομένη ανασκαφή απεκάλυψε μεγαλοπρεπές ανάκτορον Μυκηναϊκής εποχής, συνιστάμενον εκ πολλών συγκοινωνούντων αλλήλοις διαμερισμάτων και καταλαμβάνον έκτασιν πλέον των 3,000 τετραγωνικών μέτρων.

Ινα εννοήση τις το σχέδιον του ευρέως τούτου και πολυπλόκου οικοδομήματος απαιτείται να έχη υπʼ όψιν του ακριβές αυτού σχεδιάγραμμα, η δημοσίευσις όμως αυτού ανήκει εις τον ενεργήσαντα τας ανασκαφάς διό ημείς θα περιορισθώμεν ίνα δώσωμεν ολίγας μόνον ειδήσεις περί των μάλλον ενδιαφερόντων μερών αυτού.

Προς την μεσημβρινήν πλευράν των ανακτόρων φαίνονται τα ίχνη ευρείας κλίμακος, με κλίσιν ομαλωτάτην και βαθμίδας πολύ χαμηλάς, διʼ ής ανήρχοντο εις το ανάκτορον. Η κλίμαξ αύτη φθάνει προς τα άνω εις ευρείαν πύλην, διʼ ής εισέρχεται τις εις διπλούν διάδρομον, όστις ευρίσκεται έξω και χαμηλότερα της καθʼ αυτό εισόδου. Παρά την κλίμακα ταύτην και ευθύς έξωθεν της πύλης ευρέθη τετράγωνον κρηπίδωμα, εφʼ ού υποτίθεται ότι ήν ωκοδομημένον μικρόν δωμάτιον δια τον θυρωρόν. Το δωμάτιον τούτο εκοινώνει δια μικράς και στενής θύρας προς τον διπλούν διάδρομον.

Τρεις παράλληλοι τοίχοι δια μεγάλων λίθων εκτισμένοι και εξ ανατολών προς δυσμάς διήκοντες υπενθυμίζουσι τα τείχη της Τύρινθος. Ο μεταξύ των τοίχων τούτων καταλειπόμενος χώρος αποτελεί τον διπλούν διάδρομον, εις όν εισερχόμεθα δια της προειρημένης μεσημβρινής πύλης. Από της πύλης ταύτης εισερχόμενός τις εις τον διπλούν διάδρομον κάμπτει προς δυσμάς και μετά τινά βήματα κάμπτων και πάλιν προς βορράν ανέρχεται διʼ ανωφερείας συναντών, μετʼ ολίγα βήματα, διάδρομον μεγαλοπρεπή, όν διατρέξας απαντά άλλην πύλην διπλήν, διʼ ής εισέρχεται εις αυλήν ευρυτάτην ή μάλλον πλατείαν πλακόστρωτον. Εις τους τοίχους του διαδρόμου τούτου και εις τον τοίχον των ανακτόρων τον περιορίζοντα την αυλήν εξ ανατολών ευρέθησαν αι μεγάλαι τοιχογραφίαι περί ών θα ομιλήσωμεν κατωτέρω.

Το πάτωμα του διαδρόμου καλύπτεται εις το μέσον μεν από μεγάλας ορθογωνίους πλάκας γύψου επιμελώς ειργασμένας, εκατέρωθεν δε τούτων υπό πλακών σχιστολίθου αμελέστερον ειργασμένων, εφʼ ών διακρίνονται σαφώς έτι τα ίχνη επιχρίσματος διʼ ασβέστου, χρωματισμένου διʼ ερυθρού χρώματος.

Εις το κατώφλιον της διπλής πύλης, διʼ ής εκοινώνει η δυτική αυλή (ονομάσωμεν αυτήν ούτω) προς τον διάδρομον φαίνονται εκατέρωθεν ανά εις τετράγωνος βόθρος, είς ούς ενεγομφούντο ξύλιναι παραστάδες.

Η δυτική αυλή δεν ανεσκάφη ακόμη όλη. Εν αυτή παρατηρείται κρηπίδωμα τετράγωνον, πιθανώς βάσις βωμού. Ετι δε βάσις εκ γύψου μεγάλου κίονος· ο κίων ούτος ίστατο εκεί μεμονωμένος, ουδέ εχρησίμευε βέβαια προς στήριξιν στέγης διότι η αυλή ήτο βέβαια ύπαιθρος.

Και παρʼ Ομήρω όμως φαίνεται μεμονωμένος ότι θα ήτο ο στύλος εφʼ ού προσδέσας το έν άκρον του σχοινίου και το άλλο επί της θόλου εκρέμασεν ο Τηλέμαχος τας πονηράς δμωάς του πατρός του. (Οδησ. Χ. 465).

Πόθεν εισήρχοντο από της αυλής ταύτης εις τα οικήματα των ανακτόρων δεν έδειξαν αι τέως γενόμεναι ανασκαφαί.

Εις την προς βορράν πλευράν των ανακτόρων απεκαλύφθη άλλη είσοδος προφυλαττομένη και αύτη διʼ ομοίων οχυρωμάτων, διʼ ών και η μεσημβρινή. Και η είσοδος αύτη οδηγεί διʼ απλού διαδρόμου εις αυλήν, ήν θα λέγωμεν ανατολικήν. Και η αυλή αύτη είναι πλακόστρωτος και δεν απεκαλύφθη ουδέ αυτή ακόμη εντελώς.

Από της ανατολικής ταύτης αυλής στρεφόμενοι προς δυσμάς εισερχόμεθα εις διαμέρισμά τι των ανακτόρων, όπερ διατηρείται καλήτερα των λοιπών και όπερ ωνομαζόμενον λουτρόν, διότι πιθανώτατα εχρησίμευεν ως τοιούτον.

Το λουτρόν συνίσταται εκ τριών συνεχομένων αλλήλοις θαλάμων. 

Του πρώτου θαλάμου η προς ανατολάς βλέπουσα πλευρά ήτο όλη σχεδόν ανοικτή και δια στενών μόνον παραστάδων διήρητο εις τρεις ευρείας θύρας. Κατέρχεται δε τις εις τούτον από της ανατολικής αυλής δια τριών καταβαθμών εκ γύψου. Το δάπεδον του θαλάμου τούτου είναι πλακόστρωτον γύρω μεν δια πλακών επιμελώς ειργασμένων και ακριβώς προσηρμοσμένων, το δε κεντρικόν μέρος δια πλακών αμελέστερον τοποθετημένων. Επί των πλακών όμως τούτων σώζονται τα ίχνη επιχρίσματος διʼ ασβέστου, χρώματος ερυθρού ως είπομεν και εις τον διάδρομον τον άγοντα εις την δυτικήν αυλήν. Τους τοίχους του θαλάμου τούτου περιθέει πεζούλα. Οι τοίχοι είχον επίχρισμα ερυθρόν διʼ ασβέστου.

Από του θαλάμου τούτου προς δυσμάς εισερχόμεθα δια δύο ανισοπλατών θυρών εις δεύτερον θάλαμον. Και του θαλάμου τούτου τους τοίχους περιθέει πεζούλα, ήτις όμως διακόπτεται εις το μέσον του βορείου τοίχου ίνα αφίση τόπον εις λίθινον θρόνον ιδρυμένον εκεί και υψηλότερον της πεζούλας. Ολον δε το μήκος της αντικρύ του θρόνου πλευράς κατέχει δεξαμενή ύδατος. Οι τοίχοι της δεξαμενής εισίν ένδοθεν επενδεδυμένοι δια μεγάλων και λεπτών πλακών εκ γύψου, ομοία δε πλάξ καλύπτει και τον πυθμένα αυτής. Εις την δεξαμενήν κατέρχεται τις δια λιθίνης κλίμακος με 8 χαμηλάς βαθμίδας. Εν τω θαλάμω τούτω φαίνονται τα ίχνη τριών χονδρών στρογγύλων ξύλινων στύλων, χρησιμευόντων προς υποστήριξιν της στέγης. Οι τοίχοι του θαλάμου τούτου επικεχρισμένοι ασβέστω και χρωματισμένοι διʼ ερυθρού χρώματος σώζουσι και τοιχογραφίας παριστώσας άνθη, φυτά και δύο γρύπας ανά ένα εκατέρωθεν της θύρας, διʼ ής εισερχόμεθα από του μεσαίου τούτου θαλάμου εις τον τρίτον και εσώτατον. Οι γρύπες καθήμενοι εκατέρωθεν της θύρας ταύτης φαίνονται οιονεί φρουρούντες αυτήν.

Ο εσώτατος θάλαμος είναι μικρότερος και απλούστερον διακεκοσμημένος. Το δάπεδον αυτού εκαλύπτετο όλον εξ επιχρίσματος ασβέστου άνευ υποκειμένων πλακών, και οι τοίχοι του δεν έφερον τοιχογραφίας.

Από της ανατολικής αυλής δια κλίμακος με 4 ή 5 βαθμίδας ανερχόμεθα εις διαμέρισμα των ανακτόρων, όπερ δεν απεκαλύφθη ακόμη αλλά και από τούδε φαίνεται τόσω κατεστραμμένον, ώστε απίθανον φαίνεται να κατορθωθή ποτέ περιγραφή τις αυτού. Από του διαμερίσματος τούτου κατερχόμεθα πάλιν δια λιθίνης κλίμακος 4-5 βαθμίδων εις άλλο διαμέρισμα πολυδαίδαλον, ού την περιγραφήν δεν επιχειρούμεν ως ακατάληπτον και άσκοπον επομένως, άνευ σχεδιαγράμματος.

Προς το διαμέρισμα τούτο συνέχεται μακρότατος (μέχρι τούδε απεκαλύφθη εις 45 μέτρα) διάδρομος, πλατύς δε δύο μέτρα, πλακόστρωτος και με τους τοίχους επικεχρισμένους και χρωματισμένους ερυθρούς. Ο διάδρομος ούτος διήκει από νότου προς βορράν. Και η μεν ανατολική αυτού πλευρά φαίνεται συγκοινωνούσα προς το προειρημένον πολύπλοκον διαμέρισμα δια μίας μόνης θύρας, εις την δυτικήν όμως πλευράν αυτού ανοίγουσι κατά σειράν 12 ίσως και πλέον αποθήκαι κατά σειράν τεταγμέναι και όμοιαι, και ισομεγέθεις σχεδόν αλλήλαις.

Εκάστη των αποθηκών τούτων έχει μήκος μεν 11-13 μέτρων πλάτος δε 3. Οι τοίχοι των εισίν επικεχρισμένοι και χρωματισμένοι και το έδαφος εστρωμένον δια πλακών. Παρά τους τοίχους κατά σειράν ίστανται πίθοι. Την στενήν δε λωρίδαν του δαπέδου, ήτις μένει μεταξύ των πίθων, καταλαμβάνουσι κιβώτια λίθινα τεθαμμένα υπό το δάπεδον.

Τα κιβώτια ταύτα όντα έν των μάλλον ιδιορρύθμων πραγμάτων, άτινα απεκάλυψαν αι ανασκαφαί της Κνωσού περιγράφομεν ενταύθα συντόμως.

Αφού έσκαψαν πρώτον τον βόθρον εν ώ θα έθαπτον το κιβώτιον έκτιζον αυτόν πέριξ επιμελώς δια τετραγώνων λίθων, προσαρμόζοντες ομοίως λίθους και εις τον πυθμένα του βόθρου, ίνα χρησιμεύσωσιν ως κρηπίδωμα. Επί του κρηπιδώματος τούτου ετοποθέτουν χαλαρώς τεμάχια γύψου ομαλώς ειργασένα, ίσως δια να επιτύχωσι βάσιν εφʼ ής θα έθετον το κιβώτιον εντελώς οριζόντιον. Επί των τεμαχίων τούτων του γύψου ετίθετο μεγάλη πλάξ γύψου, ήτις επλήρου ακριβώς τον ούτω παρεσκαμμένον πυθμένα του βόθρου. Η πλάξ αύτη απετέλει τον πυθμένα του κιβωτίου ως εξής. Την ανωτέραν επιφάνειαν της πλακός παρά τα χείλη περιέθεεν αύλαξ, εν ή εις εκάστην των τεσσάρων πλευρών ενεγομφούτο ανά μια πλάξ εκ γύψου ωσαύτως· απετέλει δε εκάστη των πλακών τούτων μίαν των πλευρών του κιβωτίου. Εννοείται ότι αι πλάκες αύται προσηρμόζοντο ακριβώς και προς την βάσιν του κιβωτίου και προς αλλήλας. Δεν ηρκέσθη όμως εις την ακριβή ταύτην προσαρμογήν, ο κατασκευάσας τα κιβώτια ταύτα, αλλά επενέδυσεν εις τα έσωθεν δια μολυβδίνων ελασμάτων. Επί εκάτου των κιβωτίων ετίθετο κάλυμμα εκ πλακός γύψου επίσης· μετά τούτο δε ετίθεντο πλάκες του δαπέδου της αποθήκης εν συνεχεία με τας άλλας· ούτως ώστε ουδείς ηδύνατο να υποπτεύση ότι εκεί κάτωθεν του πατώματος εκρύπτετο τι. Και ίσως δεν θα ανεκαλύπτοντο τα κιβώτια ταύτα από επιστήμονα ερευνητήν, όστις δυσκόλως θα απεφάσιζε να καταστρέψη το δάπεδον, αν μη εύρισκε τινά τούτων προ ετών χωρικός ανασκάπτων εκεί προς εύρεσιν θησαυρών.

Εις τί εχρησίμευον τα κιβώτια ταύτα, και τί εφύλαττον εκεί μετά τόσης επιμελούς φροντίδος δεν δύναταί τις από τούδε να είπη ασφαλώς, διότι ουδέν ευρέθη εντός αυτών. Το εξής χωρίον του Ομήρου ηδύνατο ίσως να χρησιμεύση ως βοήθημα προς τόυτο (Οδ. Β. 337).

“Ο δ΄ υψόροφον θάλαμον

κατεβήσετο πατρός,

ευρύν, όθι νητός χρυσός

και χαλκός έκειτο

εσθής τʼ έν χηλοίσιν,

άλις τʼ ευώδες έλαιον,

έν δε πίθοι οίνοιο παλαιού

ηδυπότοιο

έστασαν, άκρητον θείον

ποτόν εντός έχοντες,

εξειής παρά τοίχον

αρηρότητες...”

Το σύνολον των οικοδομημάτων φαίνεται ότι κατεστράφη δια πυρκαϊάς.

Τα κυριώτερα δε των ευρημάτων άτινα εξήχθησαν εκ των ερειπίων των ανακτόρων τούτων εισί τα εξής.

Τοιχογραφίαι εξ ών τινές μέν είχον καταπέση ήδη επί του εδάφους, άλλα δε έμενον ακόμη επί των τοίχων ηναγκάσθημεν όμως να αποκολλήσωμεν, ταύτας ίνα μεταφέρωμεν εις το εν Ηρακλείω Μουσείον· διότι εκρίθη αδύνατος η διατήρησις αυτών εκεί που ευρέθησαν.

Τας τοιχογραφίας ταύτας θα ηδύνατο να διαιρέση τις εις δύω· εις απλάς κοσμηματογραφίας και εις προσωπογραφίας. Ταύτας δε πάλιν εις προσωπογραφίας φυσικού μεγέθους και εις άλλας μικρογραφικάς. 

Πρώτη ευρέθη εικών νεανίου κρατούντος αγγείον κωνοειδές. Δια της μιάς χειρός κρατεί το κατώτερον πτενόν άκρον του αγγείου δια δε της άλλης την παρά το χείλος λαβήν. Ο νεανίας κλίνει ισχυρώς προς τα οπίσω δια το βάρος του αγγείου, όπερ φέρει. Η εικών αύτη σώζεται εκ της κορυφής μέχρι των μηρών εις δύω τεμάχια με ελαχίστας ελλείψεις. Δύο άλλων ανδρών εικόνες μεγάλου φυσικού μεγέθους σώζονται από του στήθους μέχρι των άκρων ποδών ακεραίων. Αλλου νεανίου φέροντος άλλου είδους αγγείον ελλείπουσι τα ανώτερα και τα κατώτερα του σώματος μέρη.

Αι μικρογραφίαι δεν περιεσώθησαν ή εις μικρά μόνον τεμάχια. Αλλά και ούτως έχοντα εισί πολλού λόγου άξια και δια την τέχνην και δια την ποικιλίαν των παραστάσεων. Είς τινα τεμάχια παρίστανται πολυπληθείς όμιλοι ανδρών οιονεί εν αγορά και πολλοί τούτων ανατείνουσι την μίαν χείρα προς τα άνω, αλλού παρίστανται γυναίκες πολλαί έξωθεν ναών ή άλλων οικοδομημάτων. Εις εν τεμάχιον παρίσταται νεανίας δρέπων άνθη από του χλοερού και ανθοστολίστου εδάφους αποθέτων αυτά εις κάνιστρον.

Τα σπουδαιότερα των ευρεθέντων αγγείων εισίν εκ διαφόρων εκλεκτών ειδών μαρμάρου. Τοιαύτα δε είδη μαρμάρων εν Κρήτη δεν ευρίσκονται, ουδέ εν Ελλάδι νομίζω. Εξ έως οκτώ των αγγείων τούτων έχουσι κωνοειδές σχήμα ομοιάζοντα προς τους εν τοις πίναξι του Furthwangler und Loeschke Myhenishe Wasen αριθμούς. P. VII 42. XX.-P.XI, 71 και P.XIX 134.

Πολλά άλλα αγγεία είναι πεποιημένα εκ γύψου φυσικού.

Πάντων όμως υπερέχει κεφαλή κυνός μεγάλου φυσικού μεγέθους εκ λίθου λευκού, ουχί μαρμάρου, επιδεκτικού στιλβώσεις, όστις ευρίσκεται εν Κρήτη. Οι οφθαλμοί και οι μυκτήρες ήσαν εξ υελώδους μάζης. Η τέχνη της κεφαλής ταύτης είναι εξαισία και ο ποιήσας αυτήν τεχνίτης φαίνεται ότι εξειργάσθη ταύτην μιμούμενος την φύσιν και ουχί ακολουθών προϋπάρχον υπόδειγμα.

Η κεφαλή αύτη ούσα κοίλη φέρει προς το άνω αυτής μέρος, ήτοι τον αυχένα όντα ανοικτόν, πολλάς μικράς οπάς, εις άς θα προσηρμόζοντο μετάλλινα κοσμήματα και συμπληρώματα. Θα εχρησίμευεν δε η κεφαλή αύτη ως αγγείον ή δια κρήνην τινά.

Πήλινα αγγεία ευρέθησαν ολίγα ακέραια, πολλά όμως εις τεμάχια. Είναι δε πάντα Μηκυναϊκής εποχής χρόνων ουδέν τεμάχιον ανευρέθη. 

Ειδώλια εξ οπτής γης Μηκυναϊκά ευρέθησαν ολίγα. Εν μόνον χάλκινον και εν εκ μολύβδου, Μηκυναϊκά και ταύτα.

Πλήν τούτων ευρέθη το κατώτερον ήμισυ μικρού Αιγυπτιακού αγαλματίου καθημένου ανδρός. Εις τα πλάγια του θρόνου, εφʼ ού κάθηται ούτος, υπάρχει μικρά επιγραφή ιερογλυφική. Το αγαλμάτιον τούτο εισήχθη προφανώς εξ Αιγύπτου δια του εμπορίου.

Λυχνίαι Μηκυναϊκαί λίθιναι ευρέθησαν ουκ ολίγαι. Μία τούτων εκ λίθου πορφυρού απομιμείται στήλην Αιγυπτιακού ναού, ήτοι στέλεχος λωτού ού το άνω μέρος πλατυνόμενον παριστά το φύλλωμα αυτού.

Ευρέθησαν και τινα τεμάχια εξειργασμένα κρυστάλλου φυσικού, άτινα συναπετέλουν φαίνεται, πολύτιμόν τινα πυξίδα. Εις έν των τεμαχίων τούτων σώζεται εζωγραφημένος δια ποικίλων χρωμάτων ταύρος τρέχων.

Και τέλος εκείνο το οποίον δίδει μοναδικήν σπουδαιότητα εις τα αποτελέσματα των ανασκαφών τούτων είναι το πλήθος των εξ οπτής γης πινακίδων με γράμματα αγνώστου αλφαβήτου τέως, και το οποίον δικαίως ο ανακαλύψας αυτό κ. Evans- ωνόμασε Κρητικόν αλβάφητον.

Αι ανευρεθείσαι ενεπίγραφοι πινακίδες ανέρχονται εις εκατοντάδας. Τα γράμματα εχαράχθησαν διʼ οξέος εργαλείου, ενώ ο πηλός ήτο μαλακός και κατόπιν οπτώθησαν αι πινακίδες.

Το σχήμα αυτών είναι επίμηκες ορθογώνιον με γωνίας επιστρογγυλωμένας. Πολλά τούτων φέρουσιν εις το τέλος εκάστου στίχου γραμμάτων, σημεία πολλάκις επαναλαμβανόμενα ούτως ώστε φαίνονται ως αριθμοί.

Πλην των πινακίδων τούτων ευρέθησαν και τετράπλευρα μικρά πρίσματα επίσης εξ οπής γής φέροντα γράμματα διάφορα των επί των πινακίδων.

Πλήν τούτων δε ευρέθησαν και μικρά δισκάρια επίσης εξ οπτής γης με οπήν προς τα άνω, ομοιάζοντα πολύ προς περίαπτα, έχοντα και ταύτα γράμματα όμοια προς τα επί των πρισμάτων. Και τέλος ευρέθησαν ακανόνιστα μικρά τεμάχια οπτής γης, άτινα εισί διάτρητα και φέρουσιν εις μίαν μεν των πλευρών αυτών τύπον σφραγίδος ενίοτε και δύο τοιούτους τύπους, επί άλλης δε επιφανείας γράμματα.

Αι πινακίδες αύται και τα πρίσματα και λοιπά ευρέθησαν ως το πολύ πολλά ομού και εν μέσω τέφρας και λειψάνων ανθράκων".