Όταν η Γαλάτεια Καζαντζάκη προκάλεσε το συντηρητικό Ηράκλειο- Έσκιζαν τις σελίδες με τα κείμενά της από περιοδικό της εποχής για να μη διαβαστούν!

Η Γαλάτεια το καλοκαίρι του 1912 στο Κράσι
Η Γαλάτεια το καλοκαίρι του 1912 στο Κράσι

Τα θαρραλέα σημειώματά της στην «Πινακοθήκη» των Αθηνών, από το 1907-1909, τα οποία υπέγραφε με το ισπανικό ανδρικό όνομα Lalo De Castro και προκαλούσαν τη συντηρητική κοινωνία του Ηρακλείου

 

Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakisalekos@gmail.com

Πνεύμα ανήσυχο. Επαναστάτρια εκ γενετής. Στην κοινωνία του Μεγάλου Κάστρου των αρχών του 20ου αιώνα, της σημερινής πόλης του Ηρακλείου, δεν φαίνεται να βολευόταν. Η Γαλάτεια Αλεξίου, μετέπειτα πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη (ίσως η συσχέτιση με τον κορυφαίο συγγραφέα και στοχαστή την αδικεί, αφού η ίδια ήταν σπουδαία λογοτέχνης, αλλά αδικημένη από τη λογοτεχνική μας ιστορία…) με μια σειρά από κείμενά της έδειχνε τη διαφοροποίησή της από τη συντηρητική κοινωνία της εποχής. Δεν δίστασε μάλιστα να συγκρουστεί ανοικτά μαζί της, υπερασπιζόμενη τη μειοψηφία των μουσουλμάνων κατοίκων, από αδικίες των χριστιανών της πλειοψηφίας της πόλης των 25.000 κατοίκων, τότε! Αμάρτημα «θανάσιμο» για τη νοοτροπία της εποχής στην μόλις απελευθερωθείσα από την τουρκική κατοχή πολιτεία.

Αυτό το θάρρος, η εξυπνάδα, η λογοτεχνική στόφα της, φυσικά η ομορφιά της έκαναν τότε τον Καζαντζάκη να ερωτευτεί τη Γαλάτεια και μάλιστα να της κάνει δημόσια ερωτική εξομολόγηση (!) μ’ ένα κείμενο που δημοσίευσε το καλοκαίρι του 1909 στον «Νουμά», με αφορμή την έκδοση του πρώτου βιβλίου της «Ridi Pagliacio». (Διαβάστε: Η δημόσια εξομολόγηση του ερωτευμένου Καζαντζάκη προς τη Γαλάτεια, με ένα άρθρο!)

Η Γαλάτεια με τον Νίκο Καζαντζάκη

Η Γαλάτεια με τον Νίκο Καζαντζάκη

Η Γαλάτεια, πριν κατακτήσει το πανελλήνιο, έγραφε κείμενα στο μηνιαίο φιλολογικό περιοδικό «Πινακοθήκη» της «Εταιρείας των Φιλοτέχνων», που είχε διευθυντή τον Δημήτριο Ι. Καλογερόπουλο. Χρησιμοποιώντας ένα ισπανικό ανδρικό μάλιστα όνομα, το «Lalo De Castro». Το Lalo είναι υποκοριστικό του Gonzalo (Γκονθάλο) ή ίσως και του Manolo, ενώ το Castro επώνυμο. Στους συνεργάτες συμπεριλαμβανόταν και ο Καζαντζάκης. Η Γαλάτεια Αλεξίου, μέλος ονομαστής οικογένειας της πόλης, έγραψε μερικά κείμενα που αμφισβητούσαν τα δεδομένα στην πολιτεία. Κι η πόλη πολλές φορές εμφανίστηκε να δυσαρεστείται με αυτά τα κείμενα που έθεταν σε αμφιβολία τη δική της τάξη. Ίσως γι αυτό χρησιμοποιούσε και το ισπανικό ψευδώνυμο, ώστε να μην αντιμετωπίζει άμεσο πρόβλημα ανάμεσα στα μέλη της ηρακλειώτικης κοινωνίας, της οποίας ήταν από τα επίλεκτα μέλη! Με το ψευδώνυμο «Lalo De Castro» εντοπίζουμε τουλάχιστο 15 κείμενα της Γαλάτειας, από το 1907-1909. Τα περισσότερα έχουν τη μορφή επιστολών («Γράμματα» τα επιγράφει) προς φανταστικούς, μάλλον, παραλήπτες. Μ’ αυτά κρίνει συχνά αυστηρά την τοπική κοινωνία και τις αντιλήψεις της. Η κριτική αυτή δεν περνούσε απαρατήρητη στην πόλη, όπου κυκλοφορούσε το αθηναϊκό περιοδικό. Και σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, πριν δοθεί για διανομή η «Πινακοθήκη», έσχιζαν τις σελίδες με τα κείμενα της Γαλάτειας!
ΠινακοθήκηΥπεράσπιση στη μουσουλμανική κοινότητα
Πιο χαρακτηριστική κριτική της στη μικρή χριστιανική κοινωνία της πόλης ήταν ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τεύχος 75, το 1907, με τον τίτλο «Μνημόσυνο». Εκεί βρίσκει την ευκαιρία να καταγγείλει τη συντηρητική κοινωνία του Μεγάλου Κάστρου για τον τρόπο που αντιμετώπισε και τελικά οδήγησε στο θάνατο μια νεαρή και πλούσια μουσουλμάνα κάτοικο, η οποία στις σφαγές της 25ης Αυγούστου 1898 έσωσε από θάνατο ένα χριστιανόπουλο, το οποίο ερωτεύτηκε και στη συνέχεια έφυγε μαζί του. Ο νεαρός χριστιανός όμως δεν εκτίμησε τη θυσία της νεαρής ερωμένης του, η οποία για να ζήσει μαζί του εγκατέλειψε την πλούσια οικογένειά της, τα μέλη της οποίας ντροπιασμένα αυτοεξορίστηκαν, βαφτίστηκε χριστιανή και απαρνήθηκε την καλή ζωή της, και την εγκατέλειψε. Λίγα χρόνια μετά η κοπέλα πέθανε, φτωχή και άρρωστη. Αλλά και πάλι η πόλη την προέπεμψε με ραθυμία, περισσότερο από τυπική υποχρέωση, και χωρίς την τιμή που της άξιζε. «Να πώς ανταμείψαμε όλες της (sic) θυσίες της», γράφει η Γαλάτεια για λογαριασμό της χριστιανικής κοινότητας της πόλης. «Ήλθε σε μας γεμάτη νειάτα, νειάτα έμορφα κι ελπίδες κι αγάπη κι εμπιστοσύνη, αφού πρώτα μάς έσωσε τη ζωή. Κι εμείς, αντί να την υποδεχθούμε με χαρά και να της χαρίσωμε την ευτυχία πούρθε να βρη κοντά μας, μακράν από εκείνους που την αγάπησαν και τους αγάπησε, εμείς της δώσαμε ένα σταυρό μαρτυρίου πολύ βαρύ για τους αδύναμους ώμους της».

Πιθανώς η ιστορία που περιγράφει είναι φανταστική. Αλλά μέσω αυτής ήλθε να καταγγείλει φαινόμενα που εντόπιζε, και υπήρχαν, στη μικρή κοινωνία του Μεγάλου Κάστρου στις αρχές του 20ου αιώνα. Το κείμενο αυτό θα αναδημοσιεύουμε παρακάτω.

Τα σαλόνια του Μεγάλου Κάστρου

Σε ανάλογο ύφος καυτηρίαζε τα φαινόμενα των σαλονιών στο πλούσιο Ηράκλειο, με αρκετά μάλιστα κείμενά της. Απ’ τη μια η επίδειξη του πλούτου, κι απ’ την άλλη η έλλειψη καλλιέργειας, πραγματικής μόρφωσης, ανάμεσα σε ανθρώπους που επιδείκνυαν τις σπουδές τους στις σχολές του εξωτερικού.

Απ’ τη σειρά αυτών των κειμένων αναδημοσιεύουμε επίσης τα «Γράμματα VIII», ένα κείμενο κόλαφο για τον κοινωνικό συντηρητισμό και την υποκρισία του πλούσιου Ηρακλείου. Φυσικά διατηρούμε τον τρόπο γραφής και την ορθογραφία.

Μνημόσυνο
 
Άνοιξα το παράθυρο κι επερίμενα να περάση το λείψανο για ν’ αρχίσω πάλι τη δουλειά μου, που τόσο απότομα διέκοψαν η πένθιμαις ψαλμωδίες.
Πινακοθήκη - ΜνημόσυνοΤο ψύχος μου επροξένησε τέτοιο ρίγος, ώστε ετοιμαζόμουν να κλείσω τα τζάμια, αδιαφορούσα για τους πεθαμένους, όταν είδα το σταυρό να προβάλλη από τη γωνιά του δρόμου.

Φτωχικό λείψανο-πολύ φτωχικό.

Από το άσπρο χασεδένιο σκέπασμα της κάσσας φαινότανε πως ο νεκρός ήτανε νέος, κι από τους χρυσούς αριθμούς πούχε για μοναχό στολίδι, πως απέθανε είκοσι χρονών.

Τη πομπή αποτελούσεν ένας παπάς που εμουρμούριζε βαρετά το μελαγχολικό ήχο της ακολουθίας του θανάτου-ο καντηλανάφτης που κρατούσε το ίσο πολύ δυνατώτερα απ’ ό,τι έπρεπε-το παιδί με το σταυρό-πέντε έξ εργατικοί π’ αφήκαν της δουλειές των, και τρεις γρηές κουκουλωμέναις με τους μποξάδες των.

Δεν έκλαιε κανένας των, σε κανενός τη μορφή δε διεκρίνετο λύπη για τη πεθαμένη-ήταν γυναικός το λείψανο-και μάλιστα σαν να μετάνοιωναν που αφήκαν την ησυχίαν των πρωΐ-πρωΐ για να συνοδέψουν με τόσο κύρο ένα πεθαμένο.

Τη νεκρή δε μπόρεσα να δω καλά γιατί της είχανε στο στόμα μπαμπάκι, που της έκρυβε όλο το πρόσωπο. Τα μαλλιά της μόνο μου κάμανε μεγάλη εντύπωση. Και δε ξέρω, μα ίσως γι’ αυτά νάκλαψα και να λυπήθηκα τόσο βαθειά την άγνωστη αυτή που έφευγε έτσι γρήγορα για το αγύριστο ταξείδι.

Μαλλιά κατάμαυρα, σγουρά, μακρυά, πολύ μακριά, πλαίσιο πολύτιμο την σκέπαζαν γύρω.

Πόσο θα τα καμάρωνε η μάννα της και πόσα όνειρα τρελλά δε θάπλαττε η αγάπη της, σαν θάβλεπε την κόρη της να τα χτενίζη! Ποιός ξέρει αν δεν εφαντάζετο το βασιλόπουλο του παραμυθιού με την καρδιά πλεμένη στον σγουρό θησαυρό του παιδιού της!

Αμοιρη μάννα. Πού νάτανε; Γιατί κι’ αυτή τάχα δεν ακολουθούσε το παιδάκι της στο υστερνό του δρόμο;

Εκλεισα το παράθυρο κι εγύρισα στη δουλειά μου. Βιαζόμουνα να τελειώσω ένα φόρεμα που θα το φρούσα σε κάποια εορτή.

Υστερα από λίγες μέραις επιστρέφουσα από μακρυνό περίπατο μπήκα στο νεκροταφείο να ξεκουραστώ. Είχα κοπιάσει πολύ και μου φάνηκε ωραίο ναναπαυθώ κάτω από το δένδρο μνήματος, απαράλλακτα όπως οι κουρασμένοι από το ταξείδι της ζωής έρχονται εδώ να ξεκουράσουν τ’ αποσταμένα μέλη των.

Αγαπώ νάρχομαι στο νεκροταφείο. Τα λουλούδια του μου φαίνονται πειό έμορφα, τα δένδρα πειο δυναμωμένα, είνε πειό δροσερό και καθαρό το αεράκι που παίζει με τα λυπημένα δενδρολίβανα, κι ο ουρανός μοιάζει πειό γαλάζιος σαν να τον κυττάζω ακουμπισμένη σε κανένα σταυρό. Νοιώθω μια καινούργια ζωή να κυκλοφορή στις φλέβες μου, και μια ευχαρίστησι παράξενη στη ψυχή μου.

Και όταν περνώ τους ανθισμένους δρομίσκους του μικρού μας νεκροταφείου, κι όταν σταματώ ν’ ανάψω ένα κερί στην κομψή εκκλησίτσα του, και όταν ξεχνιούμαι μπρος στο κατάλευκο χωνευτήρι με τον ελληνικό ρυθμό που μου φέρνει στο νου τον αρχαίον κόσμο, δεν ξέρω γιατί μια καλοσύνη πλημμυρίζει την καρδιά μου, μια καινούργια καλοσύνη που δεν την νοιώθω όταν βρίσκομαι ανάμεσα στη ζωή. - Οταν εσηκώθηκα να φύγω είδα τη γυναίκα του νεκροθάφτη νάρχεται προς το μέρος μου με μια γλάστρα βιολέτες στα χέρια.

- Μου της φέρανε, είπε, να της φυτέψω στο χώμα μιας πεθαμένης.

Παραμέρισα να περάση κι ασυνειδήτως την ακολούθησα. Το μνήμα φτωχικό όπως όλα εκεί στο μέρος αυτό. Ενα καντηλάκι, ένας ξύλινος σταυρός, ένα κομμάτι σπασμένου λαγηνιού για θυμιατήρι, ήσαν όλα-όλα τα στολίδια του τάφου της. Οι βιολέττες που τώρα θα φύτευε συμπληρώνανε τον ταπεινό διάκοσμο.

Δίπλα βρισκότανε ένα άλλο μνήμα πειό φτωχικό από τ’ άλλα, πειό παραμελημένο. Χωρίς καντήλι, μ’ ένα σταυρό σαρακωμένο, μισογερμένο στο χώμα, έδειχνε πως αυτός που φύλαγε δεν είχε αφήσει στη ζωή κανένα φίλο, κανένα αγαπημένο πρόσωπο. Μπορεί πάλι νάτανε κανενός παληού πεθαμένου. Ετσι θάτανε. Δεν ξέρω μολαταύτα γιατί δεν έμεινα ικανοποιημένη από το συλλογισμό μου, παρά ρώτησα και τη γυναίκα του νεκροθάφτη.

“Αυτή, Κυρία, δεν είνε πολύς καιρός που τη θάψαμε. Κάπου δέκα μέραις. Σου φαίνεται έτσι ο σταυρός παληός γιατί είνε βγαλμένος από άλλο μνήμα. Δεν είχε κανένα να της αγοράσει καινούργιο. Πολύ θλιβερή ιστορία, κυρά μου. Αυτή ήτανε Τουρκοπούλα και βαφτίστηκε ύστερα από την επανάστασι. Σαν ήρθαμε κάτω. Η φαμελιά της, πλούσια και καλή, δεν είχε άλλο παιδί από το κορίτσι αυτό που κοίτεται τώρα εδώ μέσα, και μπορείς να στοχαστής αν το αγαπούσανε. Εγνώριζα τους δικούς της εγώ. Καλοί άνθρωποι. Την ημέρα της σφαγής-στης εικοσιπέντε του Αυγούστου-η κοπέλλα ευρέθηκε μοναχή στο σπίτι της· έκανε αξέγνοια στη δουλειά της, όταν ξάφνου, εκεί κατά το απομεσήμερο, άκουσε να χτυπούνε με βία την πόρτα. Θάτανε η ώρα π’ αρχίνησε το ματοκύλισμα. Φοβήθηκε γιατί μαζί άκουσε και τουφεκιές και ζαλισμένη χωρίς να ξέρη τι κάνει, έτρεξε και άνοιξε. Είδε ένα χριστιανό μισοπεθαμένο από το φόβο να της ζητή σωτηρία. Τον λυπήθηκε και τον άφησε να κρυφτή στο σπήτι της. Της είπε πως τον κυνηγούσανε να τον σφάξουνε, κι όταν την άλλη μέρα έφυγε χωρίς να τον ιδή κανένας από την οικογένεια, είχε πάρει μαζί του και την καρδιά της κόρης. Ητανε βλέπεις νέος κι αυτός. Ισως και να υπήρχε παληά γνωριμία μεταξύ τους. Ποιός ξέρει!

Τα πράμματα πηγαίνανε έτσι ως που μια μέρα, σαν είδε πειά πως δε μπορούσε να μείνη στο σπίτι της, έφυγε και πήγε στη Μητρόπολι για να βαφτιστή. Οι γονέοι της εκάμανε ό,τι μπορούσανε για να πάρουνε πίσω το μονάκριβο τους, μα τίποτα δεν κατορθώσανε. Η κοπέλλα δεν ήθελε με κανένα τρόπο να ξαναγυρίση σττο χαρέμι-και στο δικαστήριο αποδείχτηκε πως είχε και νόμιμη ηλικία. Κι έτσι οι άμοιροι σαν είδανε κι απόδανε, πουλήσανε τη περιουσία τους και φύγανε για κανένα μέρος της Ανατολής να κρύψουνε τον πόνο τους και την ντροπή του.

Ο καιρός περνούσε, κι όμως εκείνος που στάθηκε η αφορμή όλης αυτής της καταστροφής-δεν έδειχνε πως ήτανε πρόθυμος να ξεπληρώση το μεγάλο χρέος που χρωστούσε στο Θεό και στο δυστυχισμένο πλάσμα που έβγαλε από την αγκαλιά της μάννας του, κι’ έρριξε στους πέντε δρόμους, απροστάτευτο, ολομόναχο, ντροπιασμένο. Στη κόρη αυτή που τούσωσε τη ζωή από βέβαιο και φριχτό θάνατο. Σε ποιόν να μιλήση; σε ποιόν να καταφύγη; ανήξερη από του κόσμου την ατιμία, ανίσχυρη, εγκαταλελειμένη.

Ολη μέρα, στο σπίτι μιας φτωχής γυναίκας που τη βάλανε μ’ ένα μικρό μηνιάτικο για να ζη αυτή κι η ξένη που πήρε τη θέση της αγαπημένης της μάννας, έκλαιε τη μαύρη μοίρα της-χωρίς παράπονο-χωρίς ένα βαρύ λόγο για τον προδότη. Εσβυνε μέρα με την ημέρα ως που προχθές ξεκουράστηκε από τα βάσανα του κόσμου.

Την ιστορία αυτή μου τη διηγήθηκε η ίδια μια μέρα που πήγα να τη δω σαν έμαθα πως ήτανε άρρωστη βαρειά.

Το φύτεμα είχε τελειώσει τώρα, και σηκώθηκε να με χαιρετίση, όταν έξαφνα ήρθε στο νου μου το φτωχικό λείψανο πούχα ιδή προ ημερών. Κάποιο προαίσθημα μούλεγε πως θάτανε η ίδια που αναπαύετο κάτω από το χώμα.

- Δε μου λες, η κοπέλλα που μούπες θυμάσαι αν είχε έμορφα μαλλιά;

- Μαλλιά λέει; θάλασσα, κυρά μου, κατάμαυρα και σγουρά. Πόσο τα λυπήθηκα! Λένε πως αλλού, τέτοια μαλλιά σαν λάχη καμμιά φτωχή γυναίκα να τάχει και ποθάνει, πως της τα κόβουνε και τα πουλούνε πολύ ακριβά.

Καληνύχτησα βιαστική κι απομακρύνθηκα από το έρημο μνήμα. Ποτέ δεν επόνεσα όσο τη ημέρα εκείνη-ποτέ οι δυστυχείς που συνήντησα δεν πληγώσανε τόσο την καρδιά μου.

Συλλογιζόμουνα το δυστυχισμένο πλάσμα που τ’ όργοσε ο πόνος κι’ επήγε να ησυχάση κάτω στο χώμα. Σε χώμα ξένο. Εγκαταλελειμένη στο θάνατο όπως και στη ζωή που επόθησα.

Να πως ανταμείψαμε όλες της θυσίες της.

Ηλθε σε μας γεμάτη νειάτα, νειάτα έμορφα κι ελπίδες κι αγάπη κι εμπιστοσύνη, αφού πρώτα μας έσωσε τη ζωή.

Κι εμείς αντί να την υποδεχθούμε με χαρά και να της χαρίσωμε την ευτυχία πούρθε να βρη κοντά μας, μακράν από εκείνους που την αγάπησαν και τους αγάπησε, εμείς της δώσαμε ένα σταυρό μαρτυρίου πολύ βαρύ για τους αδύνατους ώμους της.

Και μια τρελλή και βέβηλη σκέψις έρχεται στο νου μου. Να μπορούσα νάνοιγα το μνήμα της να πάρω τα κόκκαλά της, για να τα στείλω στη μάννα της. Μου φαίνεται πως θα παραπονιέται εκεί κάτω ολομόναχη. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να κρατούμε στο θάνατο ό,τι απόμεινε από εκείνη, που τόσο αχάριστα βασανίσαμε στην ζωή.

LALO DE CASTRO
(“Πινακοθήκη”, τεύχος 75, 1907)

Γράμματα 
VΙΙI
Αγαπημένη μου“Αγαπητή μου ανεψιά,
Πινακοθήκη - Γράμματα
“Πιστεύω πως θα μου κάμης τη χάρη νάρθης το απόγευμα από το σπίτι, για να πάμε στης Κυρίας Παρίση, που δέχεται σήμερον. Η κόρη της είνε εδώ από μέρες, κ’ είναι ντροπή νομίζω να μην πάμε να της πούμε τα συγχαρητήριά μας που βγήκε από το σχολείο”.

Η θεία μου η Ειρήνη, η πάρα πολύ τυπική και αριστοκρατίζουσα θεία μου Ειρήνη, μου μηνούσε μ’ αυτό το μπιλλιετάκι, χωρίς πολλά λόγια να ετοιμαστώ για επισκέψεις. Θα καταλαβαίνεις βέβαια το θυμό μου και την απελπισία μου. Μεταξύ μας, έστειλα στο Δαίμονα και την κυρία Παρίση και την νεοφερμένη κόρη της, και όλες τις θείες του κόσμου πούχουν τα ξυπασμένα μυαλά της δικής μου. Στο Θεό σου, τι γύρευα εγώ μέσα στη φοβερή αυτή αριστοκρατία, και τι τόπο είχα στα σαλόνια της κυρίας Παρίση, και τι είξευρα εγώ να πω που να κινήση την προσοχήν του κόσμου που δέχεται, για να χαλάσω την ησυχία μου στα καλά καθούμενα για χατήρι της;

Ν’ αρνηθώ; Μα την γνωρίζεις την θεία μου. Θάταν άξια να το πάρη για περιφρόνησι, και να κάμη έτσι χρόνια να μου μιλήση. Αλλως τε δα δεν άξιζε και τον κόπο. Το καλό θάταν να μη μου τύχη μια τέτοια αγγαριά· μια όμως και μούλαχε, το φρόνιμο ήταν να υποβληθώ υπομονητικά και γενναία στην τύχη μου και να πάρω φιλοσοφικά το ζήτημα. Για φόρεμα, διάλεξα το μπλε μαρέν πούκαμα πέρισυ, και το άσπρο μου καπέλο. Οσο μπορούσα πειο απλά, για να φουρκιστή η θεία μου που αγαπά τα βαρειά λούσα και τις πολυτέλειες. Αφού δε μπορούσα να την εκδικηθώ αλλιότικα, ας ήταν κι έτσι.

Πραγματικώς, μόλις μ’ είδε τα κατέβασε λίγο. Εκείνη, φορούσε μια θαυμασία λιλά τουαλέττα κι ένα κατάμαυρο καπέλλο με μεγάλες μαύρες πένες.

- Μα γιατί δεν έβαζες το καινούργιο σου φόρεμα, που σου πηγαίνει τόσο ωραία; Ξέρεις τι κόσμο θα συναντήσομε σήμερα εκεί;

- Τι! αυτό, κακό ‘νε; αποκρίθηκα δήθεν μ’ απορία, κυττάζοντας το φόρεμά μου. Τότε ας μην έρθω.

- Δε λέω... μα... τέλος πάντων... Ας είνε τώρα... Πάμε. Είνε διαβολεμένη κοκέττα η θεία μου η Nini. Ετσι φραντσέζικα το γράφει το μικρό της όνομα εκείνη. Διαβολεμένη κοκέττα! Πού την χάνεις, πού την βρίσκεις, ανάμεσα σε φιγουρίνια και σε μόδες. Στοιχηματίζω, πως δε θα συλλογάται άλλο τίποτε, νύχτα μέρα. Μα και προφτάνει; να πούμε και του στραβού το δίκηο; Ξέρεις τι θα πει νάχη κανείς τόσα νταραβέρια με τον κόσμο; Παναγία μου, είνε να χάσω το νου μου να το σκέπτομαι. Τώρα μαθαίνει και ιππασία, αγόρασε και “διαβολό”. Ας είνε.

Το σαλόνι της κυρίας Παρίση το ξέρεις. Φορτωμένο έπιπλα. Τραπεζάκια, ταμπουρέ, εταζέρες, γλάστρες, πιάνα, καναπέδες, πολυθρόνες, ζωγραφιές, λάμπες, ότι θες.

Η μόδα, λέει, η μόδα αρνουβό ή καλλίτερα, μόντερν-στάϊλ, απαιτεί να μη βρίσκης τάξι, σε μια όπως πρέπει σάλα. Νάναι δηλ. όλα άνω-κάτω, σαν σε μετακόμισι. Και η κυρία Παρίση μπορεί νάναι πολύ περήφανη σ’ αυτό επάνω. Την έχει θαυμάσια αταχτοποίητη τη δική της. Ενα καμάρι!

Μολαταύτα, μόλις βρέθηκα στο κατώφλι εγώ, κοντοστάθηκα. Αρα γε μήπως η μόντερν-στάϊλ, απαιτούσε ακόμη να σκαρφαλώνουνε αι επισκέπτριαι απάνω στα έπιπλα για να περνούνε; Μήπως έπρεπε να πατήσω στο ντιβάνι που μούφραζε την είσοδο; Ποιος ξέρει! Ισως. Μα και πώς περάσανε η άλλες επισκέψεις που ήσαν μέσα; Απλούστατο, αγαπημένη μου. Η Mademoiselle Maud ήρθε και τράβηξε λιγάκι τον καναπέ, και περάσαμε. Ως τόσο εγώ φαίνεται είμαι και θα πεθάνω μπα-πεπλ.

Περάσαμε δίχως να ρίξωμε τίποτε! Τα φορέματά μας δεν μπερδέψανε πουθενά. Δεν σκοντάψαμε στα χαλιά του πατώματος· μικροί σιξαντέδες πού και πού στρωμένοι μπρος στα καθίσματα. Τέλος πάντων, ωραία φερθήκαμε. Εβλεπα της κυρίες και μας κύτταζαν με κάποια αγωνία. Αραγε εσκέπτοντο, θα κατορθώση η Δις Α. να μην δώση καμμιά στο τραπεζάκι εκείνο το κινέζικο πούναι δίπλα της, με το σερβίτσιο του λικέρ; όπως στέκει, δεν το βλέπει· μια μικρή κίνησι του χεριού της και πάει!

Η οικοδέσποινα, φορούσε μια φορεσιά μαύρη μεταξωτή εντελώς σκέτη, κάτι τι Μαρίας Αντουανέττας. Γιακάς ψηλός ανοικτός με νταντέλλες άσπρες, ουρά μακρυά και χτένισμα αλλά-Κλεό. Ετσι όπως ήταν, μου φάνηκε πολύ επίσημη. Η κόρη της πάλι φορούσε κάτασπρα. Αυτής να λέμε την αλήθεια, της φαίνεται πως ανετράφη έξω. Δεν γελιέται να λέη ό,τι της έρθη, μη δίδουσα έτσι καιρό της μαμάς της να μιλήση όπως συνήθως γίνεται. Τίποτε. Κάθεται ήσυχα και περιμένει νάρθη η στιγμή του τσαϊού να το σερβίρη.

Αξαφνα σηκώθηκε κι ήρθε κοντά μου, και μιλούσαμε. Με κάποια στενοχώρια εγώ και δισταγμό. Φοβούμουν μη μου ξεφύγη καμμία λέξι κάπως ζωηρά και ταραχθή, έτσι η σεμνότης, και η τελεία άγνοια που βασίλευε στην ψυχή του κοριτσιού αυτού, που ό,τι κι’ έβγαινε από το μοναστήρι. Μην τα ρωτάς, μαρτύριο!

- Σε τι καταγίνεσθε; βλέπω ωραία ταμπλό. Είνε ίσως δικά Σας;

- Ναι, μα δεν αξίζουν τον κόπο. Εγώ δεν έχω κλίσι στη ζωγραφική· εγώ προτιμώ να διαβάζω. Αποκρίθηκε με χαμόγελο.

- Α, διαβάζετε.

- Πολύ. Και μάλιστα ακούπω πως και Σεις έχετε μια καλή βιβλιοθήκη. Θα μου κάμετε τη χάρι, όταν γνωριστούμε καλίτερα να μου δανείζετε ενίοτε βιβλία σας;

Να της δανείζω εγώ βιβλία! Θεέ μου, σαν τι βιβλία θαρεί πως έχει η βιβλιοθήκη μου; κι όμως εγώ δεν πέρνω πλειά ούτε τη “Διάπλασι” ούτε το “Ecolier Ilusire”

- Θα σας δίδω κι’ εγώ από τα δικά μου. Αν θέλετε μάλιστα σας στέλλω καμμιά ώρα την “Κόμησσα Σάρρα”.

- Την κόμησσα “Σάρρα”; Την έχετε διαβάσςει Σεις την “κόμμησα Σάρρα”;

- Βεβαιότατα! Την θέλετε;

- Ευχαριστώ· κάποτε νομίζω πως την είδα δράμα. Αλλως τε δεν διαβάζω πειά αυτού του είδους τα βιβλία. Προτιμώ τη Φυσική φιλολογία. Αυτά τα μυθιστορήματα που λέτε σεις είνε παλαιά.

Ετοιμαζόμουν να της συστήσω τον Bourget από τους Γάλλους. Οταν από την απέναντι γωνιά ένα αυστηρό και ιεροξεταστικό:

- Την “κόμησσα Σάρρα”! Εχετε διαβάσεις Σεις Μaud την “Κόμησσα Σάρρα” με διέκοψε εγκαίρως.

Ο κ. Μ. νεώτατος δανδής γνωστός για τα κατορθώματά του τα ερωτικά, παντρεμμένος τώρα-με μια νόστιμη γυναικούλα-. Ακουμπισμένος στο πιάνο, παρηκολούθει φαίνεται την ομιλία μας και βιάστηκε, μπαίνοντας στη μέση, ν’ αναχαιτίση τας τολμηράς εκμυστηρεύσεις της Mademoiselte Mand. Εν τω μεταξύ, επήρε είδησι και η μαμά και φοβερά ταραγμένη είπε: Η Μaud την Κόμμησα Σάρρα; Αδύνατον. Θα ακούσατε λάθος, ε Mand;

Εννοείς το καϋμένο το κορίτσι τάχασε. Κοκκίνησε, εταράχθη, κι αποκρίθηκε ένα θεόρατο:

- Οχι μαμά, δεν το διάβασα αυτό το βιβλίο!

- Ξέρετε, επρόσθεσε τότε η μαμά με χαμόγελο καθησυχαστικό, σαν πως η ταραχή η δική της να μας είχε πιάσει κι εμάς. Ξέρετε, το βιβλίο αυτό είνε της αδελφής μου. Το μεσημέρι το λησμόνησε στην τραπεζαρία και φαίνεται γι’ αυτό θα λέη η Maud.

- Ακριβώς. Είπα τότε κι εγώ σοβαρότατα. Και το επεισόδιο έληξε-όπως λένε στη Βουλή.

Τη σκηνή αυτή σου την μεταδίδω όπως έγινε, δίχως σχόλια.

Και τώρα, έχω ή δεν έχω δίκαιο να τους συχαίνομαι όλους αυτούς τους αρλεκίνους του καλού κόσμου;

Η ψυχές τους, τα στήθια τους, η ομιλίες τους, τα φερίσματά τους αρλεκίνικα και γελοία.

Ενα κουρέλι ξένης γλώσσης, ένα κουρέλι ξένης ανατροφής, ένα κουρέλι μουσικής, ένα κουρέλι ζωγραφγικής, και κατασκευάζομε το φόρεμα το φανταχτερό, βέβαια ύστερα από τόσα πολύχρωμα κουρέλια με τα οποία γίνεται, και ντύνομε τις προστυχιές μας και της ψευτιές, και τις ταπεινότητες της χυδαίας ράτσας μας, και φιγουράρουμε.

- Maud! Την Κόμησσα Σάρρα!

Θάθελα να της πω: “Κυρία μου, είσθε πολύ αστεία έτσι που κάνετε: η κόρη Σας έχει διαβάσει πολλά τέτοια βιβλία, και χειρότερα ακόμη, σας βεβαιόνω, στο μοναστήρι, όπως τα διάβασα κι εγώ σαν ήμουν· μην τα πέρνετε τόσο τραγικά τα πράγματα. Αλλως τε θα είνε χίλιες φορές ηθικότερη η “Ταβέρνα” του Ζολά, από το μάθημα της ψευτιάς και της υποκρισίας που εδώσατε τώρα μπροστά στο κόσμο, στη κόρη σας. Κι ακόμη σας λέω, κυρία μου, πως τα βιβλία εκείνα δεν είνε τίποτε, και δεν θα μπορέσουν ποτέ να επενεργήσουν στην ψυχή της τόσο, όσο θα επενεργήση ο Κύριος από κει, που βγήκε τόσο θερμός κηδεμονευτής της ειλικρίνειας της με τόσον ενδιαφέρον. Μια σκηνή μόνο να αντιληφθή από τη ζωή του, η κόρη Σας, π.χ. όταν θα κυνηγά να φιλήση την κουβερνάντα του, και την σώνει.

Αυτά δεν τα είπα σ’ εκείνη, γιατί εκείνη μου είνε αδιάφορη και λίγο με νοιάζει για τες ανοησίες της. Τα λέω όμως σ’ εσένα, για να προσέξης εσύ, και να αηδιάσεις κι εσύ.

Σε φιλώ

LALO DE CASTRO(“Πινακοθήκη” τεύχος 93, 1908)